technology

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Η γιαγιά μας η Μυροφόρα! ένα ιστορικό διήγημα του Γιώργου Αθανασιάδη

Γράφει ο Γιώργος Αθανασιάδης
Δικηγόρος – Θεατρικός Συγγραφέας
SYDNEY NSW - AUSTRALIA
Tel: 0421 969 172


Στη μνήμη της γιαγιάς μου Μυροφόρας Κιτμιρίδου Βασιλειάδου
και της μητέρας μου Ευμορφίλης(Φούλας) Αϊδονίδου Αθανασιάδου το γένος Κιτμιρίδου




Αφιερωμένο


Στην αγαπημένη θεία και νονά μου Νόπη Βασιλειάδου Μπουρογιαννοπούλου το γένος Κιτμιρίδου

και στη αγαπημένη μου θεία Ειρήνη Αϊδονίδου Γαβριηλίδου το γένος Κιτμιρίδου



Ενημερωτικο σημείωμα αντί προλόγου
Το διήγημα που ακολουθεί γράφτηκε απο μένα και είναι ένα κομμάτι της ιστορίας (είναι αληθινή ιστορία) της γιαγιάς μου Μυροφόρας Κιτμιρίδου Βασιλειάδου με λίγα στοιχεία μυθοπλασίας για τις ανάγκες της γραφής και αφορά μια μικρή αλλά πολλή σημαντική περίοδο της ζωής της και καθοριστική για τη ζωή όλων των μελών της οικογένειας μου απο την μεριά της μητέρας μου και της ίδιας της μητέρας μου Ευμορφίλης (Φούλας) Αϊδονίδου Αθανασιάδου το γένος Κιτμιρίδου.


Η γιαγιά μας η Μυροφόρα!


Τα ορφανά της αδελφής


Μια ησυχία απλωνόταν εκείνο το Μαρτιάτικο πρωϊνο στο κάμπο του Νευροκοπίου. Δεν ακούγονταν οι ρυπές απο τα οχυρά του «Μεταξά» και έμοιαζε κείνη η άνοιξη του 1941, που ερχόταν, μαγευτική. Ενα κρύο ακόμη πρωΪνό αεράκι απο το βορρά, θύμιζε ότι ο χειμώνας είχε ακόμη πολλές παγωμένες ανάσες και ότι εκείνα τα βορινά χωριά του κάμπου, μια ανάσα απο τα σύνορα με τη Βουλγαρία, θάπρεπε να μη βιάζονται να χαρούν τις λιόλουστες κείνες μέρες του Μάρτη. Ο κάμπος ήταν καταπράσινος και τα στάχυα είχαν ψηλώσει αρκετά και άρχισαν να δένουν για καλά τον πολύτιμο καρπό τους. Τίποτα μέσα απο κείνη τη περίεργη σιωπή δεν προμήνυε την καταιγίδα, που θα γκρέμιζε για μια ακόμη φορά τις ζωές των κατοίκων των προσφυγικών εκείνων χωριών του ποντιακού ελληνισμού. Το Νευροκόπι , το Οχυρό, το Περιθώρι ή Κάτω Βροντού ένα γύρω κύκλωναν τον κάμπο. Πηγή ζωής τα σπαρτά και η ζωή των προσφύγων ήθελε ν αποκτήσει άλλο νόημα και καινούργιους στόχους. 
Ποιός αλήθεια ήξερε απο καπνά και πατάτες... και όμως η Κα Μυροφόρα Κιτμιρίδου ή Κα Μαίρη (όπως την φωνάζανε απο τότε που πέθανε η αδελφή της η Μαρία και άφησε πίσω της πέντε ορφανά) σηκώθηκε πρωϊ πρωϊ και εκείνο το πρωϊνό του Μάρτη, και αφού μοίρασε το φτωχό πρωϊνο στα πέντε δικά της παιδιά, μεγαλύτερα ως πολύ μικρά όλα τους, τάστειλε στο σχολείο. Ολα πηγαίνανε σχολείο εκτός απο τη Νόπη της το τελευταίο της το στερνοπαίδι και το μοναδικό της κορίτσι. Της είχε μεγάλη αδυναμία. Τα μεγαλύτερα της ο Κώστας και μετά ο Χρήστος της , ο Γιώργος της , ο Θανασάκης της και τελευταίο το κορίτσι. Με δελτίο λιγοστό το φαγητό, η χώρα κατεστραμμένη σε εμπόλεμη κατάσταση, είχε κερδίσει το πόλεμο με τους Ιταλούς και είχε γράψει λαμπρή σελίδα στο έπος εκεί στα άγρια βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, Και τώρα τούτο πάλι το κακό ...
Ο πόλεμος αυτός τελειωμό δεν είχε και της γής φέτος δεν της ήταν αρκετό να ξεδιψάσει με τις βροχές του χειμώνα. Θαρρείς και ήθελε να τιμωρήσει το γένος των ανθρώπων... διψούσε για αίμα και πόλεμο. Ποτάμια το αίμα των νεκρών και των τραυματιών του πολέμου. Αγαρηνά σκυλιά ακούγονταν να λένε τα ραδιόφωνα στα καφενεία, οι Γερμανοί, πήραν τον κατήφορο απο την βόρεια παγωμένη χώρα τους για να πάνε στα ζεστά μέρη της Αιγύπτου και της Αφρικής. Στο δρόμο τους σπέρνανε θάνατο και καταστροφή σ όλους όσους ήθελαν να αντισταθούν και είχαν αξιοπρέπεια. Οι Κροάτες και οι Σλοβένοι έτρεξαν λέει να γίνουν σύμμαχοι τους και τους άφησαν να περάσουν προς τα νότια της Βαλκανικής, όχι όμως και οι Σέρβοι που σαν λοντάρια πολέμησαν και μαζί τους και λίγοι Ελληνες που ήσαν σ εκείνα τα μέρη. Πάλι η γή ξεδίψασε με το αίμα των ηρώων πουπεσαν στη μάχη, μα τίποτα δε φαινόταν πιά να μπορέσει να κόψει και να σταματήσει τη Γερμανική λαίλαπα του Γ΄ Ράϊχ που ήθελε να κάνει όλη την υφήλιο δικιά της και να την χαρίσει παιχνίδι στα χέρια των άχρωμων ξανθών της παιδιών.
Η υστερία και το παράλογο σε όλο τους το μεγαλείο και όλα αυτά δε θ ανησυχούσαν την Κα Μυροφόρα τότε και τον άντρα της το θείο Ισαάκ (Ισάκ) εκει όταν έπαιζε ξερή στο καφενείο κάθε βράδυ μετά τα χωράφια με τους συγχωριανούς του, αν δεν είχε ήδη διαδοθεί το κακό νέο. Οι γείτονες τους, να μόλις λίγα μέτρα πέρα απο τα βουνά που ηταν κει απέναντι στο οροπέδιο που τους κύκλωνε προς τα βόρεια οι Βούλγαροι δηλαδή, είχαν συνθηκολογήσει, τάχαν βρεί με τους Γερμανούς ναζιστές και κατέβαιναν σαν εμπροσθοφυλακή αυτοί να σφάξουν και να ρημάξουν για χάρη των Γερμανών κατά πως έλεγαν. 
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική τελείως. Οι Βούλγαροι δεν έδιναν ένα παρά για τους Γερμανούς και την ιδεολογία τους. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν ποτέ τους Ελληνες που τους έδιωξαν με το τέλος του Μακεδονικού αγώνα, απο εδάφη που θεωρούσαν δικά τους και φυσικά την πολυπόθητη τους έξοδο στο Αιγαίο. Οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις είχαν ήδη διαμοιράσει την διοίκηση των εδαφών που θα κατακτούσαν στην Ελλάδα, εφόσον η ελληνική κυβέρνηση τυπικά δεν παρέδιδε την χώρα αμαχητί αλλά πιά είχε ένα στρατό χωρίς δυνάμεις διαλυμένο και κουρασμένο και έτσι η κατάληψη της χώρας απο τους Γερμανούς θα γινόταν σε λίγες μέρες... εκτός απο την Κρήτη.
Ο κύβος είχε ήδη ριφθεί και η κλήρωση είχε γίνει. Η ανατολική Μακεδονία και η μισή Θράκη θα διοικούνταν και θα ήταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων και αυτό έκοβε την ανάσα των κατοίκων των χωριών της Δράμας που ήταν στα βόρεια του νομού και κοντά στα σύνορα με τους Βουλγάρους. Νωπές οι μνήμες από τις σφαγές και τους διωγμούς που είχαν βιώσει οι ντόπιοι πληθυσμοί αλλά και οι πρόσφυγες που αργότερα εγκαταστάθηκαν στα χωριά εκείνα. Στα πλαίσια της ανταλλαγής των πληθυσμών, πολλοί πρόσφυγες απο τον Πόντο, εγκαταστάθηκαν σε σπίτια που πρώτα ανήκαν σε βουλγάρικες ή τουρκικες οικογένειες στα χωριά αυτά. Σε τέτοιο σπίτι βουλγάρικο εγκαταστάθηκε και η οικογένεια της Μυροφόρας και ζούσε μαζί με τον άντρα της τον Ισαάκ Βασιλειάδη και την μητέρα της Ελένη Κιτμιρίδου. Αυτά άκουγε και η Μυροφόρα και ενώ ήταν στον κάμπο προσπαθώντας να καλλιεργήσει εκείνα, που ήξερε καλά ότι θα εγκατέλειπε αθέριστα, κάθε τόσο έστρεφε το βλέμμα της βόρεια, βορειοδυτικά εκεί στο άλλο χωριό στο Περιθώρι που είχε παντρευτεί η αδελφή της η Μαρία.
Η Μαρία Κιτμιρίδου παντρεμένη ήρθε και εκείνη όταν η οικογένεια έφυγαν απο τη Ρωσία, όπου είχαν καταφύγει πρόσφυγες απο τη Σάντα του Πόντου, απο την περιοχή της Τραπεζούντας. Μια ζωή καταραμένη, χωρίς τόπο να στεριώσει κανείς . Η Μαρία ήταν και εκείνη παντρεμένη με τον άλλο τον Ισαάκ τον Αϊδονίδη. Οταν έρχονταν απο την Ρωσία απο το Τουαψέ είχε ήδη δύο παιδιά. Δύο κορίτσια το ένα ήταν η Κυριακή της (η θεία μου η Κίτσα) και το άλλο ένα κορίτσι που δεν πρόλαβε να πάρει και όνομα. Το βαπτίσανε στον αέρα μέσα στο καράβι και το βγάλανε το όνομα της Παναγίας, μήπως και το σώσει η χάρη της αλλά η μαύρη θάλασσα δέχτηκε το αψυχο κορμάκι του μωρού, μαζί με πολλά άλλα που αρρώστησαν και πέθαναν πάνω στο καράβι της προσφυγιάς. Μαύρη Θάλασσα λένε τον Ευξεινο Πόντο και έφερε την οικογένεια στην Ελλάδα, για να καταλήξει στα δύο χωριά του κάμπου του Νευροκοπίου. Στην ουσία όλοι όσοι έμεναν στα δύο χωριά το Οχυρό και το Περιθώρι ήταν όλοι συγγενείς είτε κοντυνοί είτε μακρυνότεροι.
Εκεί λοιπόν, στο Περιθώρι η Μαρία Αϊδονίδου (το γένος Κιτμιρίδου, όπως είπαμε παραπάνω) έστησε το σπιτικό της στο κέντρο του χωριού, ένα δίπατο παλιό τούρκικο σπίτι γωνιακό πάνω στην πλατεία και εκεί γέννησε τα υπόλοιπα παιδιά τους τον Παρασκευά της, τη Ειρήνη, την Ελένη και τελευταία την Ευμορφίλη (Φούλα, την μητέρα μου). Δεν είχε προλάβει να σαραντήσει καλά καλά η λεχώνα απο τη γέννα του τελευταίου της κοριτσιού της Φούλης της και ήρθε το πρώτο χτύπημα. Τριάντα έξι χρονών παλληκάρι, εφτά χρόνια πρίν τον πόλεμο του ΄40, ο άντρας της ο Ισαάκ Αϊδονίδης κάποιες μέρες πάλεψε με τον Χάρο. Και ο μαύρος χάρος τον έκαιγε και πυρωμένα βέλη πυρετού του έριχνε και βήχα και κακό χτηκιό στο στήθος και τελικά κέρδισε τη μάχη ο μαυροχάροντας και τον πήρε μαζί του στο σκοτεινό βασίλειο του Αδη. Τον θάψανε τον παππού μου τον Ισαάκ πέρα ψηλά στα μνήματα και ακόμη υπάρχει στο νεκροταφείο του Περιθωρίου Δράμας, ο τάφος του παππού μου.
Μόνη τώρα η Μαρία, έπρεπε να παλέψει να ζήσει τα παιδιά της που στο μεταξύ μεγάλωναν. Η μεγάλη της η Κίτσα της γρήγορα μικροπαντρεύτηκε σαν τη μάνα της και τη θειά της την Μυροφόρα, τον Θεόφιλο Καρυπίδη καλός είπαν τότε ήταν, μα παλληκάρι μικρό και εκείνος θάταν καμιά εικοσαριά ούτε και εκείνη 14 και σ ένα χρόνο έγινε μάνα κι αυτή. Η Μαρία Αϊδονίδου πρόλαβε και είδε εγγόνι πριν κλείσει και κείνη για πάντα τα μάτια της σε ηλικία τριάντα έξι χρονών στο νοσοκομείο της Δράμας εκεί γύρω στο ΄37 «τη χρονίας» τρία χρόνια πριν τον πόλεμο. Εκεί την θάψανε και κανεις δε ξέρει που είναι ο τάφος της. Αλλωστε ποιός θα μπορούσε να ενδιαφερθεί πραγματικά ζώντας μια σκληρή πραγματικότητα σε καιρούς που δε χωρούσαν τέτοιους συναισθηματικούς ρομαντισμούς. Ενα χρόνο πρίν είχε γίνει στην Ελλάδα, η δικτατορία του Μεταξά, σε μια Ελλάδα πτωχευμένη, με τεράστιο εξωτερικό χρέος. Το μικρότερο παιδί της, η μητέρα μου, η Φούλη της, ήταν δεν ήταν συμπληρωμένα τα τέσσερα της, όταν γνώρισε την ορφάνια και απο τους δύο γονείς της. 

(Στη φωτό κάτω η μητέρα μου Ευμορφίλη (Φούλα) Αϊδονίδου Αθανασιάδου, διόμιση χρόνια πρίν το θάνατο της, απεβίωσε στις 3 Απριλίου 2015)










Η Μυροφόρα όλα αυτά σκεφτόνταν καθώς δούλευε στο χωράφι φυτεύοντας φασόλια στο μεγάλο μπαξέ για νάχουνε να ταϊσουν τα παιδιά της αλλά σκεπτόταν και τα ορφανά της αδελφής της, της Μαρίας, στο άλλο χωριό στο Περιθώρι. Είχε στο σπίτι και τη μάνα της την Ελένη Κιτμιρίδου, που άν και δεν ήταν πολύ μεγάλη σε ηλικία, όλα όσα έπαθε στη ζωή της ήταν αρκετά να την κάνουν να «τα χάσει» πριν την ώρα της. Ο θάνατος της είχε χαράξει τη ζωή απο μικρό παιδί όταν προσφυγόπουλο στα τέλη του 19ου αιώνα βρέθηκε στη Ρωσία απο τη Σάντα της Τραπεζούντας μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο και τις σφαγές που ακολούθησαν. Τούρκοι, Κούρδοι και Τσέτες είχαν ξαμολυθεί πίσω απο τους Ελληνες του Πόντου και έσφαζαν. Η Ρωσία ήταν η λύση και αυτή ακολουθησε η οικογένεια. Η προγιαγιά Ελένη, γνώρισε και το θάνατο της κόρης της Μαρίας και έθαψε και δύο τρία εγγόνια της ποιός μπορεί να θυμηθεί πιά αριθμούς...
Ηταν χρήσιμο και φρόνιμο η γριά Ελένη να μένει πότε με τη Μυροφόρα στο Οχυρό και πότε με τα ορφανά της κόρης της Μαρίας στο Περιθώρι. Ομως επειδή η κατάσταση της βάραινε και το μυαλό της ταξίδευε διαρκώς σε άλλες εποχές και χώρους, και εκείνη ζούσε στο δικό της κόσμο εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα, σ ένα κόσμο που είχε ήδη σχεδόν φτάσει στα μέσα του 20ου, θεωρήθηκε ότι έπρεπε να μείνει οριστικά με την Μυροφόρα στο Οχυρό, για να την προσέχει η κόρη της. Η Μυροφόρα δεν μπορούσε να ακουμπήσει την ευθύνη της μέριμνας της μητέρας της και γιαγιάς των ορφανών, πάνω στα έρημα τα ορφανά της αδελφής της. Αυτά ζούσαν και μεγάλωναν μόνα τους εκεί στο Περιθώρι, σ εποχές που το μόνο μεταφορικό μέσο ήταν το κάρο με τα βόδια.
Το βλέμμα της Μυροφόρας δε μπορούσε να ξεκολλήσει από το βορρά , θαρρείς και περίμενε κάτι κείνη την μέρα στα τέλη του Μάρτη. Το ίδιο και τις μέρες που ακολούθησαν μέχρι τη στιγμή που πιά ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και η ώρα πλησίαζε να γυρίσουν τα μεγαλύτερα παιδιά απο το σχολείο ενώ η Νόπη της ήταν σπίτι με τη γιαγιά της. Ο άντρας της ο θείος Ισαάκ επέστρεψε κείνο το μεσημέρι ανήσυχος πολύ απο το καφενείο που είχε πάει μετα τη δουλειά να ακούσει λίγο ραδιόφωνο να μάθει και κάνα νέο.
«Ναι πε, Ισάκ, ντο ίνεται, ντ εκσες σο ραδιόφωνον (Πές μου Ισαάκ, τι γίνεται, τι άκουσες στο ραδιοφωνο);» ρώτησε η Μυροφόρα τον άντρα της ανήσυχη, στην ποντιακή διάλεκτο που μιλούσαν άλλωστε.
«Πολύ φοβάμαι, ότι ούτε θα προλάβουμε να θερίσουμε φέτος, γαρί μ (γυναίκα μου)» απάντησε ο Ισαάκ.
«Να ιλίεμεν (αλοίμονο μου), τι θ απογίνουμε; Που θα πάμε πάλι; Παναϊα μ και τα μωρά μας;»
«Ναι είναι αλήθεια, οι Βούλγαροι, ξεσηκώθηκαν και κατεβαίνουν, στα μέρη μας Μύρη μου, δυστυχώς πολλοί στο χωριό άρχισαν να μαζεύουν λίγα πράματα. Πρέπει να πάμε στη Δράμα και απο κεί στη Θεσσαλονίκη.»
«Απο την προσφυγιά στη Ρωσία, σε προσφυγιά στην Ελλάδα και μετά εδώ στο χωριό και τώρα πάλι... Πουθενά τόπος να σταθούμε. Θαρρείς και καταραμένοι είμαστε, Ισάκ μου»
«Ας ετοιμάσουμε λίγα πράματα, όσα χωρέσουν στο κάρο να πάρουμε τα παιδιά μας και να φύγουμε όταν ξεκινήσει όλο το χωριό ....»
Αμίλητη απομακρύνθηκε η Μυροφόρα στη κάμαρη που καθόταν τα παιδιά και η μητέρα της η Ελένη. Εκείνη η γιαγιά έλεγε ιστορίες στα παιδιά και εκείνα άκουγαν, εντυπωσιασμένα αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που της άκουγαν... χιλιοειπωμένες απο την γιαγιά, αλλά χιλιοειπωμένες και σε μένα απο την γιαγιά μας την Μυροφόρα, πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγινε η ίδια γιαγιά. Μια γλυκειά λατρεμένη γιαγιά, άλλοτε γλυκειά, άλλοτε αυστηρή και γκρινιάρα... Πως να μην ήταν άλλωστε και πώς να μην έλεγε «τα ιστορίας» όταν είχε ζήσει τόσο πολυτάραχη ζωή. Η ανταμοιβή της ήρθε στα γεράματα της ζώντας κοντά στα παιδιά και στα εγγόνια της, ζώντας μαζί με την κόρη της τη Νόπη της (θεία μου και νονά μου) και φεύγοντας ήσυχα απο τη ζωή. Το τελευταίο και οριστικό της ταξίδι έγινε τον Ιουνιο του 1986, ενώ ή ίδια ζούσε στο δικό της κόσμο αρκετό καιρό πρίν και έτσι δεν είχε καταλάβει και πολλά απο την μεγάλη πυρηνική έκρηξη του εργοστασίου του Τσερνομπίλ στην Ουκρανία. Ομως αυτά έγιναν πολλά χρόνια μετά την ιστορία που άρχισε τότε τον Απρίλη του 1941.
Οι μέρες περνούσαν και εν τω μεταξύ, ξανθός Απρίλης και ελπιδοφόρος μπήκε. Ο ήλιος χαμογελούσε και έριχνε καυτές ανάσες πάνω στα χωράφια και τα σπαρτά που ενα πρωϊνό αεράκι τίναζε απο πάνω τους, την πρωϊνή πάχνη. Οι ακτίνες του ήλιου ζέσταιναν τον τόπο και τα στάχυα και τις ψυχές των ανθρώπων. Οι κάτοικοι των χωριών του κάμπου του Νευροκοπίου θα ετοιμάζονταν να γιορτάσουν το Πάσχα μαζί με τους συγγενείς τους. Τα χωριά θα καθαρίζονταν, τα σπίτια, οι αυλές και τα παιδιά θα ζούσαν πάλι στιγμές κατάνυξεις και όλα εκείνα τα πλούσια τα έθιμα την ημερών.
... Ω γλυκύ μου, έαρ, γλυκύτατον μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος... και η 20η Απριλίου που ήταν το Πάσχα εκείνη τη χρονιά πλησίαζε....
Τις δύο-τρείς τελευταίες νύκτες η Μυροφόρα, δε μπορούσε να κοιμηθεί. Εβλεπε την μακαρίτισσα την αδελφή της τη Μαρία, να στέκεται ακίνητη και σκυφτή εκεί έξω απο τη πόρτα του σπιτιού της και να την κοιτάζει κατάματα και απο τα μάτια της να τρέχουν ποτάμι τα δάκρυα...
«Τα παιδιά μου, Μύρη, τα παιδιά μου αδελφή μου, τα ορφανά..»
Και πριν προφτάσει να απαντήσει η Μυροφόρα εκείνη εξαφανίζονταν. Τρόμαζε η Μυροφόρα, ξυπνούσε, κοίταζε δίπλα τον άντρα της και σηκωνόνταν. Πήγαινε στην κάμαρη των παιδιών και της γιαγιάς. Ολοι κοιμόνταν, ησυχία παντού. Το πρωϊ ετοίμαζε τις καθημερινές της δουλειές και αποχαιρετούσε τα παιδιά για το σχολείο και τον άντρα της για τη δουλειά. Ολοι πήγαιναν στα χωράφια, εκείνη έμενε λίγο πίσω να φροντίσει τη μάνα της και να ετοιμάσει φαγητό. Πολλά στόματα, είχε να θρέψει, πέντε παιδιά, τον άντρα της, τη μανα της. Ολους τους σκέφτονταν και εκείνα τα ορφανά της αδελφής της. Μέρες είχε ν ακούσει νέα τους, τι νάκαναν άραγε τα παιδιά;
Το ίδιο όνειρο και το άλλο βράδυ και αυτή τη φορά είδε να καίγεται η εκκλησία και το σπίτι των ορφανών της αδελφής της στο Περιθώρι και σα μαύρη σκιά πάλι η μακαρίτισσα η Μαρία να της λέει: 
«Τα παιδιά μου, Μύρη, τα παιδιά μου αδελφή μου, τα ορφανά..» .
Ξύπνησε τρομαγμένη και ιδρωμένη, πήγε κοντά στη καντήλα της , που άναβε ακόμη...
«Παναϊα μου, ντο θα φτάω... πεντε εν τ εμά τα χάταλα, εείνα άλλα τέσσερα... που κες θα σύρω ατα όλα (Παναγία μου, τι θα κάνω, πέντε είναι τα δικά μου παιδιά, εκείνα άλλα τέσσερα, που θα τα τραβάω όλα);» 
Η άλλη μέρα την βρήκε πολύ ανήσυχη και έλεγε στην μάνα της τα όνειρα που είδε. Η γιαγιά η Ελένη όμως ζώντας στον κόσμο της, άρχισε με τη σειρά της να ρωτάει..
«Μύρη μου, πότε θα έρχεται η Μαρία μ και ο Ισάκς;» 
εννοώντας τη νεκρή κόρη της και το νεκρό γαμπρό της. Η Μυροφόρα έσφιξε τα χείλη, έκανε το σταυρό της ...
«Η Παναϊα να ιλί εμάς (Η Παναγία να μας λυπηθεί)»
Βγήκε έξω στην αυλή και κοίταξε κατά τον βορρά, εκεί στο χωριό στο Περιθώρι. Το μεσημέρι ήρθε πιό γρήγορα εκείνη τη μέρα και μαζί και ο κτύπος της καμπάνας της εκκλησιάς του χωριού. Καλούσε τους χωριανούς να μαζευτούν στην πλατεία. Σε λίγα λεπτά όλοι στην πλατεία θα μάθαιναν το κακό νέο που άλλωστε περίμεναν τόσο καιρό... κείνο που δε θέλαν να πιστέψουν... κείνο που εύχονταν να μην έρθει ποτέ...
Οι Βούλγαροι βρισκόνταν κοντά στα σύνορα και σε κάνα δύο μέρες όπως και το Πάσχα, είχε ήδη φτάσει Μεγάλη Πέμπτη και ίσα που πρόλαβε η Μυροφόρα να βάψει λίγα κόκκινα αυτά, απο τις κότες της. Τα μαύρα και άγρια σκυλιά οι Βούλγαροι θα κατηφόριζαν τον κάμπο καίγοντας και ρημάζοντας. Ισα – ίσα που προλάβαιναν να μαζέψουν τα παιδιά τους να φορτώσουν τα κάρα, να κλειδώσουν και να αμπαρώσουν τα σπίτια... να κλειδώσουν.... τι ειρωνεία! Κι άλλος ξεριζωμός.... Η Μυροφόρα θυμήθηκε που τρέχανε και κλείδωσαν το σπίτι τους στο Καύκασο.... το αμπάρωσαν... μικρή ήταν και εκείνη, μικροπαντρεμένη και κοίταζε την προκυμαία που χάνονταν πίσω τους, ενώ το πλοίο της προσφυγιάς τους έπαιρνε δυτικά κατά την Πόλη και μετά στο Βόσπορο. Ετσι και τότε ολόκληρη η οικογένεια, η αδελφή της η Μαρία με τον άντρα της μικροπαντρεμένοι και εκείνοι... το ταξίδι είχε ξεκινήσει και η Μαύρη Θάλασσα θα κατάπινε την ανηψούλα της τη μικρή. Ετσι γινόταν, όσοι πέθαιναν στο ταξίδι, τους πετούσαν στην θάλασσα. Ηταν και η πρώτη επαφή με τον θάνατο που είχε η Μυροφόρα. Μετά ακολούθησαν κι άλλα παιδιά, της αδελφής της, το δικό της, η ίδια η αδελφή της, ο γαμπρός της και τα μαύρα θαρρείς και είχαν κολλήσει πάνω της μέχρι που έχασε μετά απο χρόνια και τον άντρα της τον Ισάκ της και έτσι δε τα ξαναέβγαλε ποτέ της.
Τώρα πάλι τρέχοντας προς το σπίτι και σέρνοντας μαζί της τα παιδιά που στο μεταξύ είχαν φύγει απο το σχολείο, αυτά σκεπτόταν και ήξερε καλά τι την περίμενε. Μόνο που τώρα ήταν εκείνη υπεύθυνη να σώσει τα παιδιά της, την οικογένεια της. Φτάνοντας σπίτι άρχιζε να μαζεύει λιγοστά πράματα, κάτι ρούχα για τα παιδιά, λίγες κουβέρτες και σκεπάσματα και εκείνο το μπαούλο, το σιδερένιο που έκλεινε καλά και σφράγιζε. Εκείνο το μπαούλο που είχε έρθει «α σην Ρουσίαν και ασην Τουρκίαν» Πολυταξιδεμένο το μπαούλο και φαίνεται ότι για κείνο δεν είχε βρεθεί απάνεμο λιμάνι. Ακολουθούσε σαν πιστός και αφοσιωμένος ακόλουθος τις περιπέτειες και τα «ταξίδια» της οικογένειας, για τουλάχιστον δύο γενιές τώρα. Τι να είχε άραγε εκείνο το μπαούλο, πού ήταν ερμητικά κλεισμένο και επτασφράγιστο; Κανείς ποτέ δε ρώτησε και θα περνούσαν δεκαετίες για ν ανοιχτεί και ν αποκαλύψει το περιεχόμενο του.
Εφτασε και ο Ισάκς με το κάρο και το άλογο μπροστά, ενα νεαρό ευτυχώς και δυνατό άλογο καλοταϊσμένο και δυνατό για να μεταφέρει την οικογένεια, σε ταξίδι πολλών ωρών μέχρι τη Δράμα όπου θα διέμενε στο Τουρκοχώρι (σημερινο Μυλοπόταμο _ Δράμας) για μια μέρα και εν συνεχεία με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη. Ολα φορτώθηκαν με επιμέλεια και περίμεναν λίγο να περάσει η ώρα γιατί θεωρούνταν πιό ασφαλές το ταξίδι τ απόγευμα. Ολοι θα ταξίδευαν σαν μια ομάδα, το μισό και βάλε χωρίο δηλαδή και οι υπόλοιποι την άλλη μέρα. Ετσι ήταν οι εντολές της αστυνομίας και του στρατού ή ότι είχε απομείνει απο αυτόν, που τώρα βοηθούσαν τους πρόσφυγες.
Η σκέψη της νεκρής της αδελφής και των ορφανών της, γύριζε στο μυαλό της Μυροφόρας όση ώρα γινόταν οι ετοιμασίες της αναχώρησης. Τα μεγαλύτερα παιδιά καταλάβαιναν και αγωνιούσαν να ξεκινήσουν και βοηθούσαν στις δουλειές. Κατι να κρύψουν στο υπόγειο του σπιτιού και να κλείσουν την καταπακτή να μη τη δεί κανείς... εξ άλλου ήταν προσωρινό ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ολοι έτρεχαν πέρα δώθε και οι περισσότεροι άσκοπα... γνώριζαν την ματαιότητα και ότι δεν ... ή τουλάχιστον θ αργούσαν να ξαναγυρίσουν. Ομως δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Η Μυροφόρα πήγε να πάρει το εικονοστάσι... πολυταξιδεμένο και αυτό, έφτασε εδώ στον κάμπο του Νευροκοπίου απο τη Τουρκία, μέσω Ρωσίας και ακόμη και εκείνο δεν ήξερε πόσο θα ταξίδευε και που θα κατέληγε... ή μήπως ήξερε;
Πλησίασε κοντά η Μυροφόρα και καθώς πήγε να σηκώσει το εικονοστάσι, θαρρείς και ένα χέρι τράβηξε το κουρτινάκι το πλεκτό απο το τζάμι του και τότε είδε την Παναϊα, η Μυροφόρα. Την κοιταξε με λυπημένο βλέμμα η Παναϊα και πήρε τη μορφή της αδελφής της, της Μαρίας... και η Παναϊα της ειπε...
«Τα παιδιά μου, Μύρη, τα παιδιά μου αδελφή μου, τα ορφανά..» 
Εκείνο ήταν... Πηρε αγκαλια το εικονοστάσι και βγήκε στην αυλή. Εν τω μεταξύ όλοι είχαν πάρει θέσεις στο κάρο και η γιαγιά η Ελένη στην προεδρική θέση στον κόσμο της. Αραγε που θα πηγαίναν; Μήπως στο Περιθώρι, να δούνε τη Μαρία της και τα παιδιά. Ειχε καιρό να τους δεί... όχι και πολύ βέβαια, να .... τις προάλλες ήταν που ειδε τη Μαρία της ...
είχαν όμως ήδη περάσει τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε από φυματίωση ένα μεσημέρι στο νοσοκομείο της Δράμας...Πλησίασε το κάρο η Μυροφόρα και πήγε και στάθηκε όρθια δίπλα στον άντρα της...
«Αν δε πάμε στο Περιθώρι να πάρουμε τα ορφανά της αδελφής μου, δε πάω πουθενά...»
«Επαλαλώθες γαρίμ (Τρελλάθηκες γυναίκα μου) τι λές; Ποια ορφανά; Δε προλαβαίνουμε, θα μας σφάξουν όλους οι Βουλγάρ....»
Μουλάρωσε η Μυροφόρα:
«Αν δε πάμε να πάρουμε τα ορφανά, δε πάω πουθενά. Επαρ τα μωρά σ και δέβα (πάρε τα παιδιά σου και πήγαινε)» του είπε
Ωρα πολλή κράτησαν οι διαπραγματεύσεις και τελικά η Μυροφόρα δε πείσθηκε, ενώ τότε κοιτώντας την Παναϊα μέσα απο το κουρτινάκι του κονοστασιού, της φάνηκε ότι της χαμογελούσε ικανοποιημένη. Το κάρο απομακρύνθηκε και η Μυροφόρα επέστρεψε στο σπίτι, να ηρεμήσει. Ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα. Ασήκωτο το βάρος της μοναξιάς και η αβεβαιότητα την έπνιγε. Τι θάκανε; Ποιόν θάβρισκε να του ζητήσει χάρη; Με τα πόδια ήθελε μια μέρα σχεδόν ταξίδι, και έπειτα τί; Πως θα έφερνε τα παιδιά μόνη της απο το Περιθώρι; Κάρο δεν υπήρχε άλλο... και τα παιδιά δεν είχαν... Το βλέμμα της και το είναι της ολόκληρο στράφηκε προς τη Χάρη της....
«Παναϊα μου, σ άκουσα... μου σκίστηκε η καρδιά... τα παιδιά μου, είναι με τον πατέρα τους, θα φτάσουν με ασφάλεια... Τα ορφανά της αδελφής μου... δείξε μου το δρομο... τι πρέπει να κάνω;» 
Η νύκτα έπεφτε αργά και σταθερά πάνω στο κάμπο και τα χωριά σκοτεινά για λόγους ασφαλείας. Λιγοστοί είχαν μείνει πίσω και αυτοί θα ξεκινούσαν νωρίς την αυγή αφήνοντας πίσω τους το χωριό και αναζητώντας την ασφάλεια. Η Μυροφόρα, αποκαμωμένη απο τη κούραση και τη στεναχώρια ξαπλωσε πάνω στο ντιβάνι πουχε στην κουζίνα και την πήρε ο ύπνος νωρίς, χωρίς στην ουσία να το θέλει.. Ειχαν περάσει πολλές ώρες και την αυγή θα κινούσε να πάει στο Περιθώρι νωρίς να δει τι θάκανε με τα ορφανά... αν δεν τέλειωνε αυτό, δε θαφευγε απο το χωριό... Τόχε πάρει απόφαση.
Ηρθε πάλι στον ύπνο της η Μαρία, αλλά χαρούμενη αυτή τη φορα την κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και πριν προλάβει να της πεί κάτι θόρυβος απο άλογο και κάρο την ξύπνησε και αμέσως μετά το κτύπημα στη πόρτα του σπιτιού. Πετάχτηκε τρομαγμένη, μα γνωριμη φωνή τη συνέφερε αμέσως.. 
«Ελα Μύρη μου, πάμε να πάρουμε τώρα αμέσως τα ανήψια μας, τα ορφανά μας. Πρέπει να βιαστούμε, πριν φέξει να έχουμε αφήσει πίσω μας τον κάμπο και τα χωριά» 
Αμίλητη και κλαίγοντας με αγκαλία το εικονοστάσι, κλείδωσε και αμπάρωσε το σπίτι και ανέβηκε στο κάρο, που μέσα στην νύκτα τράβηξε βορειοδυτικά και το άλογο με σταθερό καλπασμό για το Περιθώρι. Η Μυροφόρα ακούμπησε πάνω στο σώμα του άντρα της και κοίταζε μπροστά της. Δεν ρώτησε τίποτα. Ούτε τι έγινε, ούτε που ήταν τα παιδιά της... Ηξερε καλά τον άντρα της, ήταν καλός άνθρωπος... φυσικά ήταν και υπεύθυνος πατέρας.. τακτοποίησε με ασφάλεια τα παιδιά του και γύρισε... και τα ορφανά της κουνιάδας του, δεν είχαν ούτε πατέρα, ούτε μάνα... και εκείνος ήταν υπεύθυνος πατέρας... εκείνος πατέρας όλων των παιδιών, των πέντε δικών του και των τεσσάρων ορφανών... όλα δικά του από εκείνο το βράδυ... και η Μυροφόρα θα γινόταν η μάνα τους... όχι απλά η θεία τους... η μάνα τους... και για μας μετά απο χρόνια η Μυροφόρα θα γινόταν η γιαγιά μας... .όχι η μεγάλη θεία μας ... η γιαγιά μας.
Θα νόμιζε κανείς ότι εκείνη τη νύκτα ο χρόνος είχε πάρει άλλη διάσταση και το σύμπαν δούλευε για εκείνα τα ορφανά. Η κατάσταση και στο Περιθώρι, παρόμοια με την κατάσταση το Οχυρό. Το μισό χωριό και παραπάνω είχαν φύγει και μαζί τους και η μεγαλύτερη αδελφή των ορφανών. Η Κυριακή (η θεία η Κίτσα) είχε πάρει τη πρώτη της κόρη και τον άντρα της το Φίλια και φύγανε σε κάτι συγγενείς σε μέρος ασφαλές στην Νιγρίτα Σερρών. Για χρόνια μετά δε θα τους ξανάβλεπαν τ αδέλφια τους. Ετσι είχαν μείνει τα μικρότερα στο σπίτι μοναχά τους να περιμένουν μήπως καποιος εμφανιστεί να τα πάρει. Τα μεγαλύτερα ο Παράσχος και η Νίνα καταλάβαιναν, ήταν πιά στην εφηβεία και εκείνα ότι ο κάποιος θα μπορούσε να ήταν ένας συγγενής στην καλύτερη περίπτωση ή το πιό πιθανόν κάποιοι Βούλγαροι στρατιώτες και μετά... Ηταν παιδιά και έτσι όλα μαζί σε ένα δωμάτιο καθόταν στο πάνω πάτωμα του σπιτιού αγκαλιασμένα και περίμεναν, ενώ φεύγοντας η αδελφή τους η μεγάλη με τον άντρα της τους είχε πεί, ότι κάποιος θα ερχόταν να τους πάρει. Κάποιος; Ποιός; Η νύκτα εκείνη της Μεγάλης Πέμπτης θα ήταν πολύ μακρυά... ατέλειωτη....
Εν τω μεταξύ, είχαν όλοι οι συγγενείς τους και τα πρωτεξάδελφα τους εκείνο το βράδυ εγκαταλείψει το χωριό για άλλους προορισμούς, που και η Μυροφόρα, αργότερα όταν εξιστορούσε τα γεγονότα, δε θυμόταν να πεί... ίσως γιατί δεν ήξερε... ισως γιατί δεν την ενδιέφερε.. εκείνη είχε γίνει μάνα τους πιά, εκείνη ήταν υπεύθυνη... όχι απο υποχρέωση... ήταν ο λόγος της και η συμφωνία της με τη νεκρή της αδελφή.. τη Μαρία της... ήταν η συμφωνία της με την Παναγία... και εκείνη της γύρισε το καλό... μετά απο χρόνια, αλλά της το γύρισε... Τα ορφανά αγκαλιασμένα, καθώς η νύκτα προχωρούσε περίμεναν και αναστατώνονταν σε κάθε θόρυβο που άκουγαν απέξω. Οι νύκτες παρότι άνοιξη ήταν κρύες και παγωμένες και η παγωνιά αυτή σκέπαζε και τις ψυχές τους. Τα δύο πιό μικρά κορίτσια η Ελένη (είχε της γιαγιάς της το όνομα) και η Φούλη (το πιό μικρό) κλαίγοντας αποκοιμήθηκαν στην αγκαλια της μεγαλύτερης αδελφής τους της Νίνας. Ο ύπνος αγκάλιασε τα παιδιά και μόνο ο μεγαλύτερος ο Παρασκευάς (Ο Παράσσον) άκουσε το ποδοβολητό του αλόγου μέσα στη νύκτα και το θόρυβο του κάρου στη πίσω μεριά του σπιτιού κάτω απο το υπόστεγο και αμέσως μετά η φωνη της θείας τους..
«Γιαβρία μου, γνεφτείστε, φεύγουμε αμέσως... άϊντε πουλόπα μ, να ιλί εμάς (Γιαβριά μου, ξυπνάτε, φεύγουμε αμέσως , αντε πουλάκια μου, αλοίμονο μας)»
Χαρά και δάκρυα, συγκίνηση ανακούφιση, λίγες κουβέρτες και πολλή αγάπη φορτώθηκαν στο κάρο και άρχισε μέσα στην νύκτα να κατηφορίζει το δρόμο νοτιοανατολικά προς τη Δράμα. Τα τέσσερα ορφανά, αμίλητα, αγκαλιασμένα το ένα με το άλλο κοιτούσαν την θεία τους τη Μυροφόρα και το θείο τους. Κάπου εκεί σε μια στροφή του δρόμου η Μυροφόρα είδε κείνη τη μαυροφορεμένη νέα γυναίκα καθώς το κάρο έτρεχε να την χαιρετά χαμογελαστή με δάκρυα στα μάτια. Μέσα απο το μαντήλι της γνώρισε την αδελφή της που κάτι της είπε... ο αέρας τόφερε στα αυτιά της Μυροφόρας σαν ψίθυρο....
«Σ ευχαριστώ αδελφή μου, το καλό που έκανες θα το βρεις μπροστά σου... στο υπόσχομαι»
Το ξημέρωμα τους βρήκε στο κάμπο της Δράμας σχετικά σε ασφάλεια και έπρεπε να καθήσουν λίγο να ξαποστάσουν λίγο και να ξεκουραστεί το άλογο...


Ενα ταξίδι με το τραίνο


Πολύς κόσμος απο τα βορεινά χωριά και το οροπέδιο του Νευροκοπίου, είχε συγκεντρωθεί στο Τουρκοχώρι, το σημερινό Μυλοπόταμο Δράμας. Εκεί για μια ακόμη φορά συναντήθηκαν για λίγο συγγενείς και φίλοι πριν διασκορπισθούν στην υπόλοιπη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Η Μυροφόρα ένιωθε ικανοποιημένη, γιατί πιά μαζί με τα παιδιά της ειχε και τα ορφανά. Οποια τύχη θα περίμενε εκείνη και τα παιδιά της θα περίμενε και τ ανήψια της. Εν τω μεταξύ η ιστορία γραφόταν με αίμα. Οι κραυγές των σφαγιαζομένων απο τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και εθνικιστές που εισέβαλαν στην Ελλάδα απο τις 20 Απριλίου του 1941 και ολοκλήρωσαν την κατάκτηση τους μέχρι τις 15 Μαϊου 1941, δεν μπόρεσαν να ακουστούν στα καμποχώρια της Δράμας.
«...Η βουλγαρική παρουσία στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη με τη μορφή στρατιωτικής κατοχής κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ήταν αποτέλεσμα διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας και μία παραχώρηση εκ μέρους της πρώτης για την προσχώρηση της δεύτερης στον Άξονα.
[…]
Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία δεν βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα, η εισβολή άρχισε στις 20 Απριλίου 1941 και μέχρι τις 15 Μαΐου είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους όλη η παραχωρηθείσα περιοχή.
[…]
Στις 3 Μαΐου 1941 με απόφαση του βουλγαρικού Υπουργικού Συμβουλίου συστάθηκε η «Διοίκηση του Αιγαίου» ως νέα διοικητική περιφέρεια της Βουλγαρίας με πρωτεύουσα την Ξάνθη. Η «Διοίκηση του Αιγαίου» ενσωματώθηκε στην 4η περιφέρεια του βουλγαρικού κράτους (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόβντιδ - Μπελομόριε) και διαιρέθηκε σε 11 επαρχίες (Αλεξανδρουπόλεως, Κομοτηνής, Ξάνθης, Καβάλας, Δράμας, Σερρών, Σιδηροκάστρου, Ζίχνης, Θάσου, Ελευθερουπόλεως και Χρυσουπόλεως). Για να επιτευχθεί περαιτέρω διοικητική ενσωμάτωση στο βουλγαρικό κορμό ορισμένες κοινότητες της κατεχόμενης περιοχής δεν εντάχθηκαν σας επαρχίες αυτές, αλλά σε προϋπάρχουσες βουλγαρικές (Ζλάτογκραντ, Ιβαήλοβγκραντ, Σβίλεγκραντ). Η περιοχή διαιρέθηκε σε τρεις στρατιωτικές διοικήσεις, όπου έδρευαν αντίστοιχα τρεις μεραρχίες πεζικού του βουλγαρικού στρατού, ενώ στρατιωτικές φρουρές εγκαταστάθηκαν σε όλους τους μεγάλους οικισμούς.
Ο εκβουλγαρισμός της διοίκησης επιτεύχθηκε με την εγκατάσταση νέων πολιτικών, στρατιωτικών και αστυνομικών αρχών, καθώς και οικονομικών, υγειονομικών, κτηνιατρικών και γεωπονικών υπηρεσιών, σε αντικατάσταση των καταλυθέντων ελληνικών. Όλες οι υπηρεσίες ακολούθησαν τα βουλγαρικά πρότυπα και υπάχθηκαν στις αντίστοιχες του βουλγαρικού κράτους. Στις 14 Μαΐου 1941 η Βουλγαρία ανακοίνωσε επίσημα την προσάρτηση των κατακτημένων περιοχών θεωρώντας πλέον την εγκατάσταση της στην περιοχή ως οριστική....»
Πηγή: Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος ΙΣΤ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, αποσπάσματα από τις σ.64-71


Βέβαια, οι έγνοιες των ανθρώπων που ήταν συγκεντρωμένοι εκεί στα χωριά του κάμπου της Δράμας δεν ήταν αν η συνθηκολόγηση και η εισβολή των Βουλγάρων ήταν μέρα Πάσχα, γιατί μέρα Πάσχα παρέδωσε τη χώρα στους Γερμανούς ο Τσολάκογλου, μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός που ορκίστηκε και μόνος του. Αμετανόητος για το έργο του γράφει σχετικά στα απομνημονεύματα του ότι:
«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Η ν αφήσω να συνεχισθεί ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα, ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... «Τολμήσας» δεν υπελογισα ευθύνας.. Μέχρι σήμερον δε μετενόησα δια το τόλμημα μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν»...
Λυπηρό, αλλά περιέργως πως όλοι οι δοσίλογοι και μειοδότες κάποια στιγμή αναλογιζόμενοι το ειδεχθές έργο τους, ουδέποτε νιώθουν μετάνοια, τουναντίον πάντα νιώθουν υπερήφανοι. Τόσο αρρωστημένες φύσεις ανθρώπων είναι και αυτό συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας τώρα στις αρχές του 21ου αιώνα και από ότι φαίνεται ποτέ δε θα σταματήσει. Χιλιετίες τώρα οι άνθρωποι, προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα διαχείρισης της ζωής τους, πάνω στον πλανήτη και δεν το έχουν κατορθώσει ακόμη.
Αφού το πρώτο μεγάλο βήμα είχε γίνει για την Μυροφόρα, έπρεπε και να ολοκληρωθεί. Συνάντησε εκεί και συγγενείς και θείους των ορφανών απο το σόϊ του πατέρα τους. Μπράβο της είπανε, καλά έκανε και πήρε τα ορφανά. Μπράβο είπαν και οι θείοι τους και οι θείες τους αδέλφια του πατέρα των ορφανών. Η Μυροφόρα κούνησε το κεφάλι, αγκάλιασε στην μεγάλη της αγκαλιά όλα τα παιδιά, τα δικά της και της αδελφής της συνολικα εννιά παιδιά και κουβαλώντας στο κάρο τα λιγοστά πράγματα τους κίνησαν για το σιδηροδρομικό σταθμό.
Ηταν αποχωρισμός πόνου και πραγματικά μεγάλος για την οικογένεια ολόκληρη. Ο θείος Ισάκς έδωσε το άλογο και το κάρο του σε κάποιους συγγενείς εκεί στη Δράμα γιατί δεν μπορούσε να το πάρει με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη. Το άλογο ήταν νέο και δυνατό και έσωσε ολόκληρη την οικογένεια, αλλά πλέον η οικογένεια στη προσφυγιά της δε μπορούσε να κάνει κάτι γι αυτό. Εξ άλλου, τα παιδιά είχαν έναν άλλο ενθουσιασμό τώρα. Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά πάντα βιώνουν το κάθε τι σαν παιδιά. Μέσα στη πείνα τους, στο λιγοστό φαγητό εκείνα είχαν μια κρυφή χαρά που μοιράζονταν μεταξύ τους και ιδιαίτερα τα πιό μικρά αδέλφια και πρωτεξάδελφα μαζί. Αλήθεια, ποιός πιά να ξεχώριζε ποιά ήταν τα αδέλφια και ποιά ήταν ξαδέλφια. Ολα είχαν μεταμορφωθεί σε μεγαλύτερα και μικρότερα κλωσσόπουλα και η Μυροφόρα σε κλωσσαριά που άπλωνε τις φτερούγες της και τα σκέπαζε. Η αναμονή στο σταθμό δεν κράτησε πολλή ώρα και έτσι γρήγορα ο ενθουσιασμός των παιδιών έγινε χαρά και γέλιο.
Ο μαύρος όγκος της ατμομηχανής ερχόμενος απο τη Ξάνθη και σέρνοντας αρκετά βαγόνια πίσω της, όλο και μεγάλωνε καθώς πλησίαζε στο σταθμό και σφύριζε, και έβγαζε καπνούς και άχνιζε, ένα πανδαιμόνιο θορύβων και εικόνων, μαυρίλα κάρβουνου και μυρωδιά καμμένου ξύλου και ζεστής αναμμένης λαμαρίνας... Τα παιδιά πρώτα ανέβηκαν και στριμώχτηκαν στους διαδρόμους των βαγονιών που ήταν γεμάτοι κόσμο, γεμάτοι απελπισία και όνειρα που έμεναν πίσω και ζωές που τέλειωναν κάποιον κύκλο και πήγαιναν σε άγνωστα μονοπάτια. Κρεμάστηκαν τα παιδιά απο τα παράθυρα του μικρου κουπέ που είχε κλείσει ο θείος για όλη την οικογένεια (εννιά παιδιά, η γιαγιά Ελένη, η Μυροφόρα και ο θείος Ισάκς) Εξ άλλου ήταν νωρίς το πρωϊ και το ρολόϊ του σταθμού έδειχνε εννιά η ώρα. Το τραίνο αρχισε να σφυρίζει και κείνες οι τελευταίες μέρες του Απρίλη ήταν ζεστές και έδειχναν ένα καλοκαίρι που ερχόταν γρήγορα. Η Μυροφόρα καθόταν στο παράθυρο του τραίνου, έξω στο διάδρομο μόνη της και δάκρυα έτρεχαν στα μάτια της. Δεν μπορούσε να συμμεριστεί τη χαρά των παιδιών για το ταξίδι με το τραίνο... η σκέψη της και το βλέμμα της ταξίδευε αλλού....
Το τραίνο έτρεχε μέσα απο τον κάμπο της Δράμας και περνούσε και σταματούσε στα χωριά και κόσμος έμπαινε για να προλάβουν να πάνε στη Θεσσαλονίκη. Τα σπαρτά και τα στάχυα είχαν ψηλώσει αρκετά και ο κάμπος καταπράσινος. Και τα καπνοχώραφα είχαν πρασινίσει και τα χωράφια με τις πατάτες και κείνες με τα φασόλια. Εκανε καλό καιρό φέτος και είχε βροχές και νερά, βλογημένος τόπος η Μακεδονία και η καλοκαιρία τ Απρίλη βοήθησε να καρποφορήσει η γής. Χριστός Ανέστη, και η γή άνθισε και εκείνη τη χρονιά... Η Μυροφόρα σκεπτόταν τα χωράφια της, λίγο στάρι και λίγες πατάτες και φασόλια... θα πουλούσε και τα καπνά και θα τάϊζε τα παιδιά της και εκείνα τα ορφανά που θα πήγαιναν όλοι να τα βοηθήσουν στο θέρος... Τώρα όλος της ο κόπος θα πήγαινε χαμένος θαρρείς και το χρωστούσε στα μαύρα σκυλιά, τους άγριους λύκους τους Βούλγαρους... Κοίταζε τα παιδιά της, όλα χαρούμενα, έλεγαν αστεία και γελούσανε, όλα εκτός ....
«Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής
και των πτωχών υπερασπιστής
ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος
Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε
Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ,
Σωθήναι τας ψυχάς ημών» ...
κοίταξε με απορία η Μυροφόρα ένα ξωκκλήσι στολισμένο καθώς περνούσε το τραίνο και λίγος κόσμος απέξω και θυμήθηκε... του Αη Γιώργη σήμερα, 23 Απρίλη και εκείνη...
« Γιωργο μου, Γιωρίκα μου, χρόνια σου πολλά παιδί μου, να λελέβω εγώ η μάνα σου...»
αγκάλιασε το Γιώργο της και εκείνος άρχισε να χαμογελά και όλα τα παιδιά ορμήσαν πάνω του να τον φιλούν και να του εύχονται... Ξανάρχισαν τα παιδιά το παιχνίδι τους και τις φωνές τους, εντυπωσιασμένα απο το τραίνο, καθώς περνούσε ποτάμια και γεφύρια και πόλεις και χωριά... Ο Ισάκς πλησίασε τη Μυροφόρα στο παράθυρο....
«Που πάμε άραγε, τι μας περιμένει;»
Εκείνη ακούμπησε στο στήθος του και ξέσπασε σε λυγμούς... Η αλήθεια είναι ότι το μόνο που ήξεραν ήταν ότι τελικός τους προορισμός ήταν το Αταλί, το σημερινό Κάτω Σχολάρι, ένα μικρό χωριό έξω απο τη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε μια συγγενική οικογένεια του θείου Ισαάκ για να είναι ασφαλής και μακρυά απο τους Βούλγαρους δολοφόνους.
Μετά απο αρκετές ώρες που κρατούσε το ταξίδι την εποχή εκείνη με το τραίνο, πάνω απο 5 ώρες δηλαδή, επιτέλους το τραίνο πλησίαζε στο παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν και το τέλος του ταξιδιού για την οικογένεια μου. Τα παιδιά είχαν ήδη κουραστεί και άρχισαν να πεινούν και αυτό ήταν το θέμα που έπρεπε να αντιμετωπίσει τώρα η Μυροφόρα και τα στόματα που είχε να θρέψει ήταν περισσότερα αλλά και η διανομή έπρεπε να είναι δίκαιη. Το τραίνο σφύριζε διαρκώς μπαίνοντας στο σταθμό προετοιμάζοντας εκείνους που θα αποβιβάζονταν να ετοιμάζονται και εκείνους που θα επιβιβάζονταν ομοίως γιατί το τραίνο συνέχιζε το μακρυνό του ταξίδι μέχρι τον Πειραιά. Η αποβίβαση έγινε γρήγορα και η Μυροφόρα σέρνοντας τα παιδιά και τη μάνα της μαζί με τον άντρα της, σκέπτονταν να βρούν ένα κατάλυμα να περάσουν τη νύκτα τους, μαζί με όσο κόσμο ήταν συγκεντρωμένος έξω απο το σταθμό στη μεγάλη πλατεία μπροστά από το σταθμό.
Μαζεύτηκαν τα παιδιά όλα μαζί και ένα γύρω και έκαναν ένα πρόχειρο τσαντίρι μέχρι την άλλη μέρα το πρωϊ που θα έφευγαν να πάνε στο Σχολάρι γεγονός που έγινε όμως μετά απο ενάμιση μήνα. Ειχε υποσχεθεί στον Ισάκ, ένας αγωγιάτης με ένα φορτηγό ότι θα τους έπαιρνε μαζί στο χωριό στην επιστροφή του. Κάτι καπνά κατέβαζε στη Θεσσαλονίκη και θα γύριζε πίσω χωρίς φόρτωμα, άδειος έτσι θα μπορούσε να πάει την οικογένεια στο χωριό. Απόγευμα ήταν και έπρεπε κάτι να φάνε και ότι λιγοστα πράματα είχε μαζί της η Μυροφόρα, τα είχε δώσει στα παιδιά και τελείωσαν. Λίγα λεφτά είχε ο Ισάκ στη τσέπη του και πήγαν με τη γυναίκα του να βρούν κάποιο μπακάλικο εκεί κοντά ... Τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί απο το τσαντίρι και ήταν μόνη της η Ειρήνη (ενα απο τα ορφανά) με τη γιαγιά της την Ελένη. Η γιαγιά ξαφνικά είχε γεράσει πολύ ή έτσι τουλάχιστον φάνηκε στα μάτια της μικρής Νίνας που έκαιγε στο μεταξύ στον πυρετό απο την ελονοσία που βασάνιζε πολύ κόσμο τότε. Η γιαγιά Ελένη, έμεινε αφύλακτη με τα παιδιά να παίζουν κάπου στην πλατεία και την Νίνα άρρωστη.
«Νίνα, πάω να ευρήκω την Μαρία μ και τον Ισάκ μου (Νίνα, πάω να βρώ την Μαρία μου (τη νεκρή της κόρη) και τον Ισάκ (το νεκρό γαμπρό της)»
είπε η γιαγιά Ελένη καθώς απομακρύνονταν.
«Γιαγιά, μερ πας... γιαγιά κλώσθ οπίς.. παρακαλώ σε (Γιαγιά που πάς, γιαγιά γύρισε πίσω σε παρακαλώ)»
φώναζε με όση δύναμη είχε η αδύναμη Νίνα..
Ηταν πλέον αργά... η νύκτα έπεσε γρήγορα και η Μυροφόρα, έτρεχε πάνω κάτω να βρεί τη μάνα της απεγνωσμένα. Μαζί έψαχναν και τα μεγαλύτερα παιδιά... Χιλιάδες ο κόσμος που έμενε στο δρόμο περιμένοντας κάπου να πάει... χιλιάδες οι πρόσφυγες πολέμου... εκατοντάδες και οι μαυροφόρες γριές σαν τη γριά Ελένη Κιτμιρίδου, που γύριζαν ανάμεσα στο κόσμο και στα τσαντήρια, ζώντας στο δικό τους κόσμο... άλλες μιλούσαν ποντιακά, άλλες τούρκικα, άλλες βουλγάρικα... ζούσαν στις δικές τους εποχές, πίσω στη χαμένη τους πατρίδα ... Η Ελένη Κιτμιρίδου θα αποτελούσε πλέον παρελθόν για την οικογένεια... Ψάξανε όσο μπορούσαν, τη κλάψανε τη γιαγιά ... την άλλη μέρα θαφευγαν για το Σχολάρι... στο μεταξύ πέθανε και ο Θανασάκης της Μυροφόρας... άλλο ένα παιδί πήγε να βρεί στον ουρανό τους άλλους συγγενείς... Τον κλάψανε, η Μυροφόρα απαρηγόρητη, έχασε το Θανασάκη της... το Θανασάκη της... μα έπρεπε να σώσει όλα τ άλλα που ήταν ζωντανά... Σε λιγες μέρες, έχασε τη μάνα της και ένα απο τα παιδιά της... Ο Θεός είχε αποφασίσει τα χρόνια εκείνα, ότι χρειαζόνταν πολλούς αγγέλους και έτσι έπαιρνε και έπαιρνε ζωές ασταμάτητα. Η Μυροφόρα πλέον δεν είχε άλλη επιλογή και έτσι μετά λίγες μέρες και ενώ είχε περάσει ενάμιση μήνας στα τσαντήρια και στη κάψα του καλοκαιριού που είχε έρθει νωρίς φέτος, η οικογένεια βρέθηκε στο Κάτω Σχολάρι. 
Τα συσσίτια των Γερμανών στον σταθμό του τραίνου θα αποτελούσαν ένα ευχάριστο παρελθόν και ο Ερυθρός Σταυρός θα γινόταν ο κρυφός πόθος των παιδιών....


Διακοπές στο Αταλί


«Ξάδελφε μου, ξέρεις πόσο σ αγαπάω αλλά και εγώ έχω τέσσερα παιδιά δικά μου και τα πεθερικά μου, μαζί.. το σπίτι μου είναι αυτό που βλέπεις όλο κι όλο, αν ήσουνα μόνος σου με τα παιδιά σου και τη γυναίκα σου κάπου θα βολευόμασταν όλοι... αλλά είναι και τα ορφανά της κουνιάδας σου... δεν έχω μέρος για όλους... γιατί δε τάβαλες σε κάποιο ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη;»
Τελικά, ο ξάδελφος του θείου Ισάκ στο Σχολάρι, στο Αταλί όπως το ξέραμε όλοι, είχε όλη την καλή διάθεση να εξυπηρετήσει την οικογένεια αλλά δεν είχε σπίτι κατάλληλο για τουλάχιστον 12 παιδιά και μισή ντουζίνα ενήλικες. Αλλά και ο θείος απο την άλλη ήταν αποφασισμένος και ήταν καλός πατέρας, ένας αληθινός πατέρας με μια μεγάλη αγκαλιά και αυτός. Το καλοκαίρι του 1941 πέρασε γρήγορα και η πείνα ξεγελιόταν μα κάποιο φρούτο απο τους κάμπους, με λίγα σταφύλια απο τα μεροκάματα που έκαναν τα μεγαλύτερα παιδιά στα χωράφια. Τα καλοκαίρια πάντα γρήγορα περνούν και έρχονται οι χειμώνες στη ζωή. Δύσκολοι οι χειμώνες κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η οικογένεια της γιαγιάς της Μυροφόρας βολεύτηκε στην αυλή του σπιτιού του ξαδέλφου τους καλοκαιρινούς μήνες. Στη βόρεια Ελλάδα, όμως το κρύο και ο χειμώνας έρχονται πιο γρήγορα και μαζί οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Τρέχανε ο κόσμος να μαζέψουν τα σταφύλια απο τ αμπέλια και τα καπνά να ξεραθούν κάτω απο υπόστεγα ή στις παλιές πέτρινες αποθήκες. Μετά θ ακολουθούσε το παστάλιασμα των καπνών.
Το Κάτω Σχολάρι, που η παλιά ονομασία του ήταν Αταλί, είναι κτισμένο στα νοτιοδυτικά όρια των νομών Θεσσαλονίκης – Χαλκιδικής όπως είναι χαραγμένα σήμερα, παράλληλα προς τον κεντρικό οδικό άξονα προς Χαλκιδική. Το χωριό είναι κτισμένο σε θέση που περιβάλλεται από ρέματα με έντονη βλάστηση και άλση, έχει πολύ καλό νότιο προσανατολισμό, ενώ στα δυτικά του και σε μικρή απόσταση τώρα στις μέρες μας διέρχεται η εθνική οδός Θεσσαλονίκης – Νέων. Μουδανιών. Απέχει 25 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη και 7 χλμ. από τις ακτές της Επανομής. Είναι προσφυγικός οικισμός με πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Ονομαστό είναι το κρασί και το τσίπουρο του Κάτω Σχολαρίου.
Βέβαια όλα αυτά, υπήρχαν ως γεωγραφικά και πολιτιστικά ενδιαφέροντα και την εποχή εκείνη, αλλά καθόλου δεν ενδιέφεραν την γιαγιά μου τη Μυροφόρα. Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν πως θα σώσει τις ζωές των οκτώ παιδιών που της είχαν απομείνει, των τεσσάρων δικών της και των τεσσάρων της αδελφής της. Εκανε ότι δουλειά μπορούσε να κάνει άνθρωπος και γυναίκα δούλευε στα χωράφια, ζητιάνευε, έτρεχε δεξιά κι αριστερά σέρνοντας τα μικρότερα παιδιά μαζί της η Μυροφόρα, ενώ τ αγόρια πήγαιναν για κάνα μεροκάματο ότι εβρισκαν και γύριζαν με ένα ξεροκόμματο ή λιγα αυγά στο σπίτι. Ενα κομμάτι μπομπότα, λίγο λάδι ή λιγο αλεύρι για να κοροϊδεύουν την πείνα, που πιά άρχισε να γίνεται αισθητή και στα χωριά, καθώς όλα τα κτήματα και η παραγωγή ήταν επιταγμένα απο τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ο χειμώνας ερχόταν και ο θείος Ισαάκ πήγε στην κοινότητα να ζητήσει κάποιο σπίτι, κάποιο δωμάτιο για να βάλει μέσα τ ασκέρι του. Το μόνο διαθέσιμο ήταν το μισοτελειωμένο σχολείο του χωριού, που δεν τέλειωσε και ποτέ, παρά μόνο ύστερα απο πολλά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.
Η αιθουσα του σχολείου, ήταν μεγάλη και άλλες δύο οικογένειες προσφύγων απο χωριά της ανατολικής Μακεδονίας ήταν στιβαγμένη στις άλλες δύο άκρες και υπήρχε και μια δεύτερη μκρότερη αίθουσα χωρίς σχεδόν σκεπή. Η σκεπή του σχολείου ήταν με τα σανίδια και κεραμίδια δεν υπήρχαν πανω τους. Τα παράθυρα έχασκαν ανοικτά και μόνο οι κάσες γύρω γύρω είχαν μπεί και το πάτωμα από χώμα πατημένο. Ειχε μια άλλη αίθουσα που την είχαν μετατρέψει σε κουζίνα οι ένοικοι του σχολείου και τέλος οι τουαλέττες για τη στοιχειώδη υγιεινή εξωτερικές. Ευτυχώς για κάποιο λόγο πάντα είχαν τρεχούμενο νερό. Αυτά τουλάχιστον μπορούσε να θυμηθεί η γιαγιά η Μυροφόρα, όταν 18χρονος τότε εγώ φοιτητής της Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, καθόμουν και άκουγα με προσοχή τις ιστορίες που μου διηγούνταν. 
Η οικογένεια των αδελφωξάδελφων συγκεντρώθηκε στο σχολείο και «έστησαν» το πρόχειρο τσαντίρι τους μέσα στο σχολείο ή μάλλον δύο τσαντήρια... στο ένα έμεινε η γιαγιά μου η Μυροφόρα με τον άντρα της και τα παιδιά της και στο διπλανό που επικοινωνούσε με μια ενδιάμεση τρύπα με της γιαγιάς, έμειναν τ ανήψια όλα μαζί, δηλαδή η μητέρα μου και τ αδέλφια της. Τίποτα δεν είναι σταθερό στον κόσμο αυτό και φυσικά και οι διαχωρισμοί και οι καταστάσεις αυτές δεν ήταν και δεν μπορούσαν να είναι σταθερές. Τα παιδιά μόνα τους πηγαινοέρχονταν όταν ήταν καλά και όταν είχαν δυνάμεις, γιατί στο μεταξύ ο χειμώνας ήρθε και οι αρρώστιες θέριζαν τον κόσμο.
Τα πιό μικρά κορίτσια πήγαιναν στην ουρά και στέκονταν εκεί που μοίρασαν ένα κουπάκι σούπα σκέτη για να φάνε. Η Φούλη (η μητέρα μου) στεκόταν για ώρα στην ουρά και όταν επιτέλους γέμισε το τσανάκι της κίνησε για το σπίτι να το μοιραστεί με την αδελφή της και την ξαδέλφη της. Τότε έγινε το απερίγραπτο... κάποια απο τις κυρίες που σερβίριζαν, κείνες τις αφράτες και καλοταϊσμένες μάλλον του Ερυθρού Σταυρού ή των δυνάμεων κατοχής, βλέποντας το μικρό κορίτσι να περπατάει με το τσανάκι γεμάτο σούπα, τη ρώτησε που πάει. Η Φούλη της είπε ότι ότι πάει να δώσει και στην αδελφή της τη Νίνα που ήταν άρρωστη. Τότε η αφράτη κυρία πλησίασε άρπαξε το τσανάκι και τ άδειασε στο χώμα, λέγοντας... αν ήθελε η αδελφή σου να ερχόταν εδώ... Η Φούλη, έβαλε τα κλάμματα και γύρισε στο σχολείο στο τσαντηρόσπιτο με άδειο τσανάκι... Αλλη μια μέρα φρικτής πείνας ήταν μπροστά τους.
Εν τω μεταξύ οι μαυραγορίτες και εκείνοι οι άνθρωποι με τις μαύρες κουκούλες πηγαινοέρχονταν στο χωριό και τα παιδιά τους κοιτούσαν αλλά δεν ήξεραν τι δουλειά έκαναν, τουλάχιστον τα μικρότερα. Κάποιο βράδυ, κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα η Μυροφόρα με τον άντρα της και τα μεγάλα αγόρια και λέγαν για τους μαυραγορίτες και τους προδότες. Ακουσαν τα μικρότερα κορίτσια και φοβήθηκαν πολύ. Ετσι απο την άλλη μέρα όταν εβλεπαν ορισμένους «συγχωριανούς» εκεί άλλαζαν δρόμο ή τάχυναν το βήμα να απομακρυνθούν γρήγορα.
Τα παιδιά αρρώσταιναν διαρκώς και η Νίνα ταλαιπωρούνταν απο ελονοσία, κοντά σ εκείνην αρρώσταιναν και τα μικρότερα κορίτσια η Φούλη και η Νόπη. Κολλούσαν όλα πάνω στη Νίνα και η Φούλη και η Ελενίτσα οι αδελφές της ήθελαν να την φωνάζουν μαμά.
«αχχχ κορίτσια μου, εγώ δεν είμαι μαμά σας , αδελφή σας είμαι» τους έλεγε
«Γιωργάκη μου», μου έιπε μια μέρα η θεία μου η Νίνα, εδώ στην Αυστραλία, στη Μελβούρνη, «η ζητιανιά δεν είναι ντροπή όταν πεινάς και όταν έχεις να ταϊσεις τόσα στόματα. Ολοι περίμεναν στην κατοχή να φάνε εκείνο το ένα αυγό ή το ένα κομμάτι ψωμί. Επρεπε να μοιραστεί σε πολλά κομμάτια. Το φαγητό ήταν σπάνιο που να το βρίσκαμε;»
Τούτος ο χειμώνας μπήκε πολύ εκδικητικός για τους πρόσφυγες και τους άστεγους που έμεναν σε παράγκες ή σε τσαντήρια μέσα σε μισογκρεμισμένα ή μισοκτισμένα σχολεία. Η γιαγιά η Μυροφόρα, κοίταζε κάθε βράδυ τα παιδιά όλα και τα ορφανά της αδελφής της και προσπαθούσε να κάνει ότι μπορούσε να τα κρατήσει στη ζωή. Τα αγόρια ο Κώστας, ο Παράσχος, ο Χρήστος και ο Γιώργος ήταν πλέον έφηβοι, παλληκαράκια και έτρεχαν δεξιά αριστερά και όλο και κάτι κατάφερναν να φέρουν για φαγητό στην οικογένεια. Τα χιόνια τις περισσότερες φορές τη νυκτα κάλυπταν τα κεφάλια των παιδιών που κοιμόνταν σκεπασμένα με κουβέρτες και καλυμμένα απο κουρελούδες και ότι άλλο βρισκόταν αλλά οι χιονοθύελλες περνούσαν απο τα παραθυρα που έχασκαν οι απο τις τρύπες και τις μεγάλες χαραμάδες.
Τρεις χειμώνες πέρασαν σ εκείνο το σχολείο και η Μυροφόρα πλέον είχε φτάσει στα όρια της αντοχής της. Χειμώνας του 43 – 44 και μαζί κοντοζύγωνε και η απελευθέρωση και η ήττα της Γερμανίας απο τις συμμαχικές δυνάμεις, μόνο που η οικογένεια του σχολείου που έκανε διακοπές στο Αταλί, δεν το ήξερε. Τα αγόρια κάτι άρχισαν να καταλαβαίνουν και ήταν σαν αετόπουλα έτοιμα ν ανοίξουν τα φτερά τους να πετάξουν. Στο μεταξύ τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα ήρθαν και χτυπούσαν τις καρδιές τους εκεί από το χωριό και απο τα γύρω χωριά. Η ζωή δε σταματά ούτε μέσα στον πόλεμο, ούτε στην κατοχή. Οσο ο άνθρωπος είναι ζωντανός θα ερωτεύεται και θ αγαπά.
Με τα διάφορα φάρμακα του Ερυθρού Σταυρού, όσα απο το παιδιά ήταν άρρωστα άρχισαν να συνέρχονται με πρώτη τη Νίνα, πού έπιασε αμέσως δουλειά. Τα διπλανά χωριά είχαν κόσμο και αυτά και έτσι ξαμολύθηκε η Νίνα καπου να ζητήσει κάτι λίγο φαγητό για κείνην, τα αδέλφια και τα ξαδέλφια της. Γύρισε στις γειτονιές πήγε και στο διπλανό χωριό το Μεσημέρι και πιό κάτω στο Λάκκωμα διασχίζοντας τα χωράφια και τα μικρά δάση και τελικά το μεσημέρι η αργότερα τ απόγευμα γύριζε με δύο σακκούλες χάρτινες που ειχαν λίγο βουτυρο, τυρί, ψωμί και αυγά για όλη την οικογένεια. Χαρούμενη ήταν η Νίνα και πάντα πρόλη τη πείνα και την κούραση της δεν άγγιζε τίποτα γιατί ήθελε να είναι δίκαιη, έπρεπε να φάνε όλοι γιατί έτσι πάντα γινότανε. Μια μέρα κουρασμένη καθώς ήταν είχε μπεί πιά και το τρίτο καλοκαίρι που περνούσαν στο Αταλί ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου και την αποπήρε ο ύπνος. Τα φαγητά ήταν δίπλα της μέσα στα χάρτινα σακούλια. Καθώς κοιμόταν, χρατς χρούτς ο θόρυβος την ξύπνησε και αντικρύζοντας τον τεράστιο όγκο δίπλα της έβαλε τις φωνές. Με τις τσιρίδες εξαφανίστηκε ο όγκος μαζί όμως και ότι είχε στα σακκούλια της. Αν ειχε μαχαίρι θα το μαχαίρωνε η ίδια το βρωμογούρουνο, που πως βρέθηκε εκεί στην ερημιά και έφαγε το φαγητό το δικό της των παιδιών. Απο τη στεναχώρια της και μη έχοντας οποιαδήποτε φιλόζωη ή οικολογική ευαισθησία, φαντάστηκε τον κλέφτη του φαγητού της ροδοκοκκινισμένο απο το ψήσιμο και ξαπλωμένα ανάσκελα σε ένα ταψί και να ορμάνε όλα τα παιδιά και να τον ξεκοκκαλίζουνε.
«Ντο θα ίνουμες α τώρα; Ντα φτάω η αχαρεσσα; (τι θα απογίνουμε τώρα, τι να κάνω η άχαρη);»αναρωτήθηκε η μικρούλα Νίνα που πιά είχε μεγαλώσει αρκετά και κόντευε 14 χρονών κορίτσι, όμως χλωμό και αδύνατο όπως όλα άλλωστε τα παιδιά της κατοχής. Η αλήθεια, είναι ότι καλόβλεπαν τα κορίτσια τη Νίνα και την Ελένη πού ήταν τα μεγαλύτερα εκεί στο χωρίο και κάποιες φορές τόλμησαν να στείλουν προξενιά στην Μυροφόρα για τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια.
«Ντο λέτε, σκυλ παιδία; (τι λέτε , παιδιά σκύλων); Τεμέτερα τα κορτσόπα εν χάταλα, τσαχίλικα (τα κορίτσια μας είναι μικρά παιδιά)» και συμπλήρωνε μέσα της και στον άντρα της αργότερα.
«Τα παιδιά της αδελφής μου είναι και παιδιά μου και τα κορίτσια της κορίτσια μου... Δε τα πουλάω στους γυιούς των μαυραγοριτών και των δοσίλογων. Καλύτερα να μπορέσουμε να φύγουμε απο δώ. Αρκετά κάτσαμε, τρία χρόνια φτάνει, να πάμε στη Θεσσαλονίκη»
Το αλάνθαστο ένστικτο της της έλεγε ότι έπρεπε να φύγουν, γιατί αρκετά υπέφεραν αυτά τα τρία χρόνια. Βέβαια, μέσα απο όλες τις δυσκολίες δεν ήταν αχάριστη και πάντα κοίταζε ψηλά γιατί είχε αποκτήσει ειδική σχέση φιλίας και επικοινωνίας με τον Υψιστο.
«Γιαβρί μ, σο χέρι νατ αφκά είμες ότι θέλει εφτάει μας (Γιαβρί μου, στο χέρι του απο κάτω είμαστε ότι θέλει μας κάνει» μου είχε πεί εκείνο το βράδυ του μεγάλου σεισμού στη Θεσσαλονίκη το 1978, έξω στην αυλή του σπιτιού της στην Ανω Τούμπα, πάντα αυτό πίστευε και πορευόταν. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι δεν άφηνε ποτέ τίποτα στη τύχη ή τα περιθώρια σ Εκείνον να αποφασίζει για κείνην και τα παιδιά της. Εκείνη αποφάσιζε και απλά ζητούσε την αρωγή του να προχωρήσει. Ας έλεγε και διατυμπάνιζε τ αντίθετο. Και καλά έκανε και Εκείνος φαίνεται ότι της συμπαραστεκόταν. Και έτσι είχαν μια αρμονική σχέση οι δύο τους.
Κάτι άλλο που έγινε, είναι ότι όλο αυτό το διάστημα που ήταν στο Αταλί (Κάτω Σχολάρι) ποτέ δεν ήρθε στον ύπνο της η αδελφή της η Μαρία. Οταν την είδε σαν όραμα. Αυτό σκεπτόταν αυτό το μεσημέρι του Μάη του 44, ενώ κοίταζε τα παιδιά που δούλευαν στα χωράφια και εκείνη μαζί τους στη ξένη γή και για ξένα αφεντικά. Κάθησε να ξαποστάσει και είδε μια γυναίκα να έρχεται κατά το μέρος της. Δε την γνώρισε αμέσως, είχε αρχίσει να ξεχνάει και ανθρώπους μέσα απο τα βάσανα της κατοχής. Ηταν μια γυναίκα όμορφη, περίπου συνομίληκη της αδύνατη και την πλησίασε με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Μύρη, ντε φτάς; Κε γνώριτσες με; (Μύρη τι κάνεις; Δε με γνώρισες);
«Ποίος ες; (ποια είσαι;)»
«Μύρη, η Ραχήλα είμαι...»
Στο άκουσμα του ονόματος της παιδικής της φίλης απο τη Ρωσία, αναγάλλιασε η ψυχή της και η καρδιά της άρχισε να κτυπάει δυνατά... «μάνα ... Παναϊα μ... Ραχήλα μ... πως, πως;»
Κάθισαν και τάπανε. Η Ραχήλα ένα γυιό είχε και ήταν μικροχήρα. Ολα τα χρονια της κατοχής γύρισε πέρα δώθε στα χωριά γύρω απο τη Θεσσαλονίκη και προσπαθούσε να επιβιώσει με το παιδί της. Εκεί άκουσε διάφορες ιστορίες και φυσικά και την ιστορία της οικογένειας απο τον κάμπο του Νευροκοπίου, τη Ποντιακή οικογένεια απο το Οχυρό. Τότε θυμήθηκε την παιδική της φίλη τη Μυροφόρα και όταν ρώτησε το όνομα έγινε η επιβεβαίωση και έτσι βρεθήκανε. Θυμηθήκανε ιστορίες απο τα σχολικά τους χρόνια στη Ρωσία, θυμηθήκανε ότι τις ένωνε και τη ζωή που τις χώρισε. Προσφυγοπούλες και οι δύο απο το Πόντο έφυγαν απο το Τουαψέ της Ρωσίας και με καράβι διέσχισαν τη Μαύρη Θάλασσα , το Αιγαίο και φτάσαν στον Πειραιά. Η ζωή της χώρισε εκει στον Πειραιά και τη διανομή των προσφύγων, που αλλού έστειλε την Ραχήλ και αλλού τη Μυροφόρα και την οικογένεια της... Ομως η σημερινή συνάντηση, ήταν και καθοριστική για κάποιο λόγο για τη πορεία και την εξέλιξη της οικογένειας της Μυροφόρας.
Η Ραχήλα, άκουσε και είδε με τα μάτια της όλη την ιστορία και την πορεία της οικογένειας. Ειδε τα παιδιά της Μυροφόρας αλλά και τα ορφανά της αδελφής της. Τότε της είπε οτι θα μιλούσε σε μια καλή κυρία Εβραία που έμενε στην Ανω Τούμπα στη Θεσσαλονίκη, στη μαντάμ Χούντερ. Αυτή βοηθούσε και πολύ γιατί την είχαν και πολύ βοηθήσει. Δε πέρασε μήνας και το καλό μαντάτο ήρθε μέσω ενός αγωγιάτη.
Τα παιδιά ήταν στα χωράφια και δούλευαν και η Μυροφόρα έκανε λίγο χαβίτς (ποντιακό φαγητό με αλεύρι καλαμποκιού) για να φάνε τα παιδιά, στη κουζίνα του σχολείου, δίπλα το τσαντηρόσπιτο. Ενας άντρας ξένος φώναξε το όνομα της και εκείνη έτρεξε να δεί τι συμβαίνει. Της έδωσε ένα γράμμα σε ένα φάκελλο κλειστό. Η Μυροφόρα στο μεταξύ είχε μάθει και τα Ελληνικά γράμματα, γιατί μόνο Ρούσικα ήξερε να γράφει και να μιλάει, εκτός απο τα Ποντιακά, αλλά μαζί με τα παιδιά στο σχολείο έμαθε και εκείνη. Το γράμμα έγραφε, λίγα λόγια πού έλεγαν τα πάντα... λίγα λόγια αρκετά για ν αλλάξει η ζωή τους..
«Πάρε την οικογένεια σου και έλα να με βρείς στην Ανω Τούμπα στη Θεσσαλονίκη. Ρώτα και θα σου πούν το σπίτι μου είναι λίγο παραπάνω απο την Αγία Μαρίνα. Σας περιμένω. Μού μίλησε η Ραχήλ για σάς.. Μ.Χούντερ»
Η αναχώρηση στην καρότσα ενός φορτηγου ένα καταμεσήμερο ήρθε σαν ανακούφιση αλλά και γεμάτη αγωνία για το καινούργια άγνωστο. Που πηγαίναν, τι τους περίμενε εκεί; Και ενώ το φορτηγό πήγαινε αγκομαχώντας και αργά μέσα στη κάψα του μεσημεριού του Ιούλη του 44, της φάνηκε της Μυροφόρας ότι είδε μια αγρότισσα με ένα μαυρο μαντήλι εκεί δίπλα στο δρόμο. Γύρισε την κοίταξε και ήταν η αδελφή της η Μαρία ή το όραμα της αδελφής της. Η Μαρία, έδειχνε χαρούμενη και της χαμογέλασε...
«Μύρη μου, το καλό που έκανες και κάνεις, θα το δείς μπροστά σου...»
Δεν πρόλαβε ν απαντήσει και το φορτηγό έστριψε και τα λόγια έφτασαν σαν ψίθυρος πάλι στα αυτιά της με τον αέρα... Κοίταξε τους άλλους, κανείς δε μιλούσε... ούτε τα παιδιά... κανείς... όλα ήταν απορροφημένα στις σκέψεις τους.. ούτε ο Ισάκς... ούτε κανείς άλλος είχε δεί τη περίεργη γυναίκα... Κανείς... όμως η Μυροφόρα κατάλαβε...... και κατάλαβε καλά....

Ακροτελεύτιος Λόγος

Η γιαγιά μας η Μυροφόρα, γιατί για μάς όλους ήταν η πραγματική και μοναδική γιαγιά που γνωρίσαμε και που μεγάλωσε τους γονείς μας. Ολοι ήμασταν εγγόνια της, όλοι και τα παιδιά των παιδιών της και τα παιδιά των ανηψιών της. Η μακαρίτισσα η μάνα μου η Ευμορφίλη (Φούλα) Αϊδονίδου Αθανασιάδου το γένος Κιτμιρίδου, έμεινε με τη θεία της μέχρι τα 14 της και μετά κατέβηκε στην Αθήνα, όπου και συνέχισε τη δική της πορεία στη ζωή. Η οικογένεια μετά την αναχώρηση απο το Κάτω Σχολάρι, έμεινε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι της μαντάμ Χούντερ ,για λίγους μήνες μέχρι τη λήξη του πολέμου και την αναχώρηση Γερμανών και Βούλγαρων. Με το τέλος του πολέμου τα μεγαλύτερα παιδιά πήγανε στρατιώτες και ακολούθησαν τη μοίρα της γενιάς τους (εμφύλιος πόλεμος κλπ). Ευτυχώς δε χάθηκε κανείς τους. Άλλοι γυρίσαν στα χωριά και άλλοι στη Θεσσαλονίκη.
Η γιαγιά μας η Μυροφόρα έμεινε με τα παιδιά της και τα τελευταία χρόνια της με τη κόρη της Νόπη Βασιλειάδου Μπουρογιαννοπούλου το γένος Κιτμιρίδου, μέχρι τη μέρα του θανάτου της. Εφυγε μια ήσυχη μέρα του Ιουνίου του έτους 1986 σε ηλικία 82, περικυκλωμένη απο αγάπη και φροντίδα, λίγο μετά την έκρηξη του πυρηνικού εργοστασίου του Τσερνομπίλ.
«Μύρη μου, το καλό που έκανες και κάνεις, θα το δείς μπροστά σου...»
της είχε πεί η οπτασία της νεκρής της αδελφής Μαρίας... και το καλό πού έκανε η ζωή , ο Θεός δε ξέρω ποιός της το ανταπέδωσε και το είδε..
Κλείνοντας θέλω να πώ ότι μία βδομάδα πριν φύγει απο τον κόσμο αυτό, ήταν άρρωστη στο νοσοκομείο και πλέον λόγω γεροντικής άννοιας δεν πολυγνώριζε... Εγώ απο την Αθήνα, βρέθηκα στην Θεσσαλονίκη για δύο μέρες για ένα δικαστήριο και φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφθή στο νοσοκομείο τη γιαγιά.. Δεν γνώριζε σχεδόν κανέναν, ούτε τα παιδιά της ... Μόλις με είδε, με κοίταξε καλά και δε μιλούσε... Τη ρώτησε η νονά μου και κόρη της η Νόπη...
«Μαμά ξέρεις ποιός είναι;»
Και εκείνη με σβησμένη φωνή, απάντησε:
«μανα, τι λές; Ο Γιωργάκης τη Φούλης μου» 
την αγκάλιασα τη φίλησα... μετά απο 5 μέρες πέθανε και ήμουν στην Αθήνα... είχα δικαστήριο, δε μπόρεσα να πάω στην κηδεία της... Η γιαγιά ζεί πάντα ζεί μέσα μου, στη σκέψη μου ...
Σε προσωπικό επίπεδο ως αφηγητής όλων των γεγονότων αυτών και όσων άλλων θα καταγράψω, έχω να πώ ότι όλα αυτά, είναι όσα μου διηγήθηκε η ίδια η γιαγιά μου για την περίοδο εκείνη της κατοχής. Το θαυμάσιο ήταν ότι όρθωσε το (κοντούλικο) ανάστημα της και έγινε γίγαντας σπάζοντας κυριολεκτικά δεσμούς και αλυσίδες, προκειμένου να κάνει εκείνο που της έλεγε το συναίσθημα και η λογική της .
Τα ορφανά της αδελφής της, έπρεπε να σωθούν και σώθηκαν....
Αιωνία σου η μνήμη... γιαγιά μου