technology

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

"Ξένος εδώ, ξένος εκεί... όπου κι αν πάω ξένος...".

Φωτογραφία: Ελληνίδα μετανάστρια στην Αμερική με τα παιδιά της 1936
Φωτ.: Arnold Eagle

"Ξένος εδώ, ξένος εκεί... όπου κι αν πάω ξένος...". Φύγαμε από τη χώρα μας, από τον τόπο μας, από το χωριό. Φύγαμε και λέγαμε κλαίγοντας σε όσους μας ξεπροβόδιζαν ότι μια μέρα θα ξαναέρθουμε. Το ήξεραν και αυτοί, το ξέραμε και εμείς πως ήταν ψέμματα. Πόσοι και πόσοι ήταν αυτοί που έφυγαν και δεν ξαναήρθαν; Πόσοι και πόσοι ήταν αυτοί που άφησαν τα κόκαλά τους στα ξένα και δεν το έμαθε ποτέ κανείς; Ξένοι ήμασταν εκεί. Στην Αμερική, στην Αυστραλία, στην Γερμανία μας αντιμετώπιζαν σαν ανεπιθύμητους. Μας ήθελαν για να τους επανδρώνουμε τα εργοστάσια, να δουλεύουμε 10 και 12 ώρες την ημέρα για να πάμε σπίτι κατάκοποι. Και την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Αλλά ποιος το εκτιμούσε αυτό; Οι εργοδότες μας; Αυτοί μας ήθελαν για κέρδος. Οι πατριώτες μας; Αυτοί είχαν τα προβλήματά τους. Οι "οικοδεσπότες μας"; Αυτοί δεν μας ήθελαν καθόλου. Είχα βγάλει και τίτλους στις εφημερίδες με τις φωτογραφίες μας "Μετανάστες: Χρήσιμοι αλλά ανεπιθύμητοι", έλεγαν. Κι όταν κανείς παρ' ελπίδα επέστρεφε στο χωριό, και έκαναν γλέντια και γιόρταζαν και έκλαιγαν από χαρά, ένιωθαν αληθινή χαρά; Όχι βέβαια. Τι να σου κάνει το γλέντι, όταν ξέρεις ότι θα ξαναφύγεις για την ξενιτιά; Πώς να αντέξει η καρδιά σου να σε ξεπροβοδίσουν για δεύτερη φορά και ξανά και ξανά για πολλοστή φορά για τα ξένα, και εσύ να είσαι υποχρεωμένος να κρατήσεις άσβεστη την ελπίδα ότι θα ξανάρθεις; Και να επιστρέψεις, δηλαδή, δεν θα νιώσεις ποτέ ξανά την πατρίδα σου για πατρίδα σου. Γιατί και εδώ φιλοξενούμενος είσαι... Και εκεί το ίδιο... Που να πάει ένας ξενιτεμένος για να νιώσει σπίτι του; Παντού σαν ξένο σώμα είναι. Εκεί δουλεύει καθημερινά, με τη σκέψη μόνιμα κολλημένη στους οικείους του, στη μάνα, στη γυναίκα, στα παιδιά. Και στην πατρίδα σαν θα πάει η σκέψη είναι στα ξένα, γιατί εκεί θα ξαναπάει, γιατί εδώ δεν έχει λεφτά, δεν έχει ψωμί και χωρίς ψωμί πως να ζήσει μια οικογένεια; Καταδικασμένος σε θάνατο είναι ο ξενιτεμένος, όχι σε σωματικό αλλά σε ψυχικό. Και μάλιστα επαναλαμβανόμενο. "Παρηγοριά έχει ο θάνατος και ελεημοσύνη ο Χάρος, μα ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει".

Έχω πουλί στην ξενιτιά, δεν ξέρω πού κουρνιάζει.
Ξενιτεμένο μου πουλί και πολυτιμημένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου. 
Τα ξένα θέλουν φρόνιμα, θέλουν ταπεινωμένα,
θέλουν ματάκια χαμηλά να σκύβουν να διαβαίνουν.
Παρακαλώ σε, ξενιτιά με τα φαρμάκια πο ’χεις,
αυτόν το νιο που σου ’στειλα, αυτό το παλικάρι,
να μην του δώσεις αρρωστιά, να μην του δώσεις χάλι.
Η αρρώστια θέλει στρώματα, χρυσές προσκεφαλάδες,
θέλει μανούλας γόνατα και πατρικές αγκάλες,
θέλει αδέλφια γκαρδιακά να τον γηροκομάνε.
Ξένοι τα πλένουν τα σκουτιά, ξένοι πλένουν τα ρούχα,   
τα πλένουν μια, τα πλένουν δυο, τα πλένουν τρεις και πέντε
κι από τις πέντε κι ύστερα τα ρίχνουν στο σοκάκι:
-Πάρε, ξένε μ’, τα ρούχα σου, πάρε και τα σκουτιά σου!
Και σύρε στη μανούλα σου, στην έρημη γυναίκα.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που ’σαι;
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;
Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,
να στείλω μοσχοστάφυλο, κι αυτόνο σταφιδιάζει,
να στείλω το δακράκι μου σ’ ένα χρυσό μαντήλι;
Το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι.


Γράφει ο Δημήτρης Τάσσης, 

Απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος

Δημοτικής εκπαίδευσης Ιωαννίνων

Απο την Αρτοπούλα Ιωαννίνων



Ελληνίδα μετανάστρια στην Αμερική με τα παιδιά της 1936
Φωτ.: Arnold Eagle
Φύγαμε από τη χώρα μας, από τον τόπο μας, από το χωριό. Φύγαμε και λέγαμε κλαίγοντας σε όσους μας ξεπροβόδιζαν ότι μια μέρα θα ξαναέρθουμε. Το ήξεραν κα
ι αυτοί, το ξέραμε και εμείς πως ήταν ψέμματα. Πόσοι και πόσοι ήταν αυτοί που έφυγαν και δεν ξαναήρθαν; Πόσοι και πόσοι ήταν αυτοί που άφησαν τα κόκαλά τους στα ξένα και δεν το έμαθε ποτέ κανείς; Ξένοι ήμασταν εκεί. Στην Αμερική, στην Αυστραλία, στην Γερμανία μας αντιμετώπιζαν σαν ανεπιθύμητους. Μας ήθελαν για να τους επανδρώνουμε τα εργοστάσια, να δουλεύουμε 10 και 12 ώρες την ημέρα για να πάμε σπίτι κατάκοποι. Και την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Αλλά ποιος το εκτιμούσε αυτό; Οι εργοδότες μας; Αυτοί μας ήθελαν για κέρδος. Οι πατριώτες μας; Αυτοί είχαν τα προβλήματά τους. Οι "οικοδεσπότες μας"; Αυτοί δεν μας ήθελαν καθόλου. Είχα βγάλει και τίτλους στις εφημερίδες με τις φωτογραφίες μας "Μετανάστες: Χρήσιμοι αλλά ανεπιθύμητοι", έλεγαν. Κι όταν κανείς παρ' ελπίδα επέστρεφε στο χωριό, και έκαναν γλέντια και γιόρταζαν και έκλαιγαν από χαρά, ένιωθαν αληθινή χαρά; Όχι βέβαια. Τι να σου κάνει το γλέντι, όταν ξέρεις ότι θα ξαναφύγεις για την ξενιτιά; Πώς να αντέξει η καρδιά σου να σε ξεπροβοδίσουν για δεύτερη φορά και ξανά και ξανά για πολλοστή φορά για τα ξένα, και εσύ να είσαι υποχρεωμένος να κρατήσεις άσβεστη την ελπίδα ότι θα ξανάρθεις; Και να επιστρέψεις, δηλαδή, δεν θα νιώσεις ποτέ ξανά την πατρίδα σου για πατρίδα σου. Γιατί και εδώ φιλοξενούμενος είσαι... Και εκεί το ίδιο... Που να πάει ένας ξενιτεμένος για να νιώσει σπίτι του; Παντού σαν ξένο σώμα είναι. Εκεί δουλεύει καθημερινά, με τη σκέψη μόνιμα κολλημένη στους οικείους του, στη μάνα, στη γυναίκα, στα παιδιά. Και στην πατρίδα σαν θα πάει η σκέψη είναι στα ξένα, γιατί εκεί θα ξαναπάει, γιατί εδώ δεν έχει λεφτά, δεν έχει ψωμί και χωρίς ψωμί πως να ζήσει μια οικογένεια; Καταδικασμένος σε θάνατο είναι ο ξενιτεμένος, όχι σε σωματικό αλλά σε ψυχικό. Και μάλιστα επαναλαμβανόμενο. "Παρηγοριά έχει ο θάνατος και ελεημοσύνη ο Χάρος, μα ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει".

Έχω πουλί στην ξενιτιά, δεν ξέρω πού κουρνιάζει.
Ξενιτεμένο μου πουλί και πολυτιμημένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου. 
Τα ξένα θέλουν φρόνιμα, θέλουν ταπεινωμένα,
θέλουν ματάκια χαμηλά να σκύβουν να διαβαίνουν.
Παρακαλώ σε, ξενιτιά με τα φαρμάκια πο ’χεις,
αυτόν το νιο που σου ’στειλα, αυτό το παλικάρι,
να μην του δώσεις αρρωστιά, να μην του δώσεις χάλι.
Η αρρώστια θέλει στρώματα, χρυσές προσκεφαλάδες,
θέλει μανούλας γόνατα και πατρικές αγκάλες,
θέλει αδέλφια γκαρδιακά να τον γηροκομάνε.
Ξένοι τα πλένουν τα σκουτιά, ξένοι πλένουν τα ρούχα, 
τα πλένουν μια, τα πλένουν δυο, τα πλένουν τρεις και πέντε
κι από τις πέντε κι ύστερα τα ρίχνουν στο σοκάκι:
-Πάρε, ξένε μ’, τα ρούχα σου, πάρε και τα σκουτιά σου!
Και σύρε στη μανούλα σου, στην έρημη γυναίκα.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που ’σαι;
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;
Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,
να στείλω μοσχοστάφυλο, κι αυτόνο σταφιδιάζει,
να στείλω το δακράκι μου σ’ ένα χρυσό μαντήλι;
Το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι.