technology

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Mαρία Χανιώτου: TΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΟΥ!!!


Ενα διήγημα απο την

Μαρία Χανιώτου

Το υπερυψωμένο ξύλινο δωμάτιο τους περίμενε άλλο ένα καλοκαίρι. Το μόνο που είχαν να κάνουν, ήταν να προσθέσουν φτέρες στα κενά ανάμεσα στο ξύλινο σκελετό όπου αέρας είχε αφήσει τα σημάδια του. 
«Σαν δόντια δράκου είναι» είπε η Βασιλεία, ενώ έχωνε τις φτέρες στο κενό από τα σανίδια. 
«Άκου σαν δόντια δράκου! Μάζευε εσύ φτέρες και φέρνε μου» συνέχισε ο Στέλιος όταν είδε πως δεν τα πολυκατάφερνε η Βασιλεία.
Σε μια ώρα ήταν έτοιμη η φωλίτσα τους, να τους φιλοξενήσει για όσο ήθελαν. Φοιτητές, καλοκαίρι, έρωτας τέλεια συνταγή για απόλαυση ημερών κοντά στην παραλία, και νύχτες γεμάτες φιλιά. 
« Μισό λεπτό να φέρω από το δωμάτιο το στρώμα. Τα νεαρόπαιδα ποτέ δεν έμειναν στο κανονικό σπίτι. Άχαρο τους φαινόταν με το μοναδικό τραπέζι μες την μέση του δωματίου και ένα κρεβάτι στη γωνία. Ξεχνούσαν την ύπαρξή του, εκτός από το να ακουμπήσουν την βαλίτσα τους. Προτιμούσαν την «ξύλινη αετοφωλιά» όπως την έλεγε ο Στέλιος. 
«Ηλιοβασιλέματα , ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις……» το τραγούδι ακουγόταν από το μεγάλο δωμάτιο. Η Βασιλεία προχώρησε με το μαγιό στο χέρι λέγοντας « Σε περιμένω να φύγουμε για την θάλασσα και εσύ έβαλες τραγούδια;» 
« Ήταν επάνω στο γραμμόφωνο» απολογήθηκε ο Στέλιος, όταν την είδε στο άνοιγμα της πόρτας. 
Συνέχιζε η βελόνα να χαράζει τον δίσκο….. «Θυμάμαι ακόμα και πονώ το τελευταίο δειλινό, το τελευταίο δειλινό πριν φύγεις και με αφήσεις».
«Αυτό θα βάζω όταν με εγκαταλείψεις» απότομα είπε ο Στέλιος. 
Γέλασε η Βασιλεία «Τι λες τώρα; Εμείς θα είμαστε για πάντα μαζί» κατέληξε ασυλλόγιστα. 
Κι όμως προφητικά τα λόγια του Στέλιου, προαίσθηση από εκείνες τις ανεξήγητες πριν την καταστροφή. Η Βασιλεία έτσι απλά, όπως έδωσε όρκους αιώνιας πίστης, έτσι απλά τον εγκατέλειψε. Και έμεινε μόνος να την αναζητά κάθε δειλινό. 

Με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών η Βασιλεία βρέθηκε να έχει διανύσει σαράντα πέντε χρόνια. Μια ευθεία γραμμή στο χάρτη της ζωής. Άφησε τα ψηλοτάκουνα και φόρεσε χαμηλότερα, εγκατέλειψε το κόκκινο κραγιόν, έβγαλε το κολάν και το αντικατέστησε με ένα απλό παντελόνι. Όλα απλά στη ζωή της, όλα χωρίς γεύση άχρωμα, άοσμα σχεδόν ανύπαρκτα. « Σαν δόντια δράκου χάσκουν τα χρόνια», οι μήνες, οι μέρες. «Δόντια δράκου!» όποτε το λέει θυμάται εκείνο το κοριτσόπουλο με τις φτέρες στο χέρι να προσπαθεί να κλείσει τις τρύπες στο ξύλινο δωμάτιο και ένα αγόρι δίπλα της να της χαμογελά. Αυτό το χαμόγελό του έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη της. Να θυμίζει τα χρόνια της αθωότητας. 
Κάθισε απέναντι ακριβώς από το πυργωτό οκταγωνικό οικοδόμημα. Ο ανεμοδείχτης έδειχνε Λίβα. Λίβας όπως και στη ψυχή της. Κάηκαν τα στάχια της νιότης και το κακό είναι πως άναψε η ίδια το σπίρτο. Το ηλιακό ρολόι σταμάτησε εκεί στις φτέρες της παραλίας τους. Οι ανυπάκουοι Δερβίσηδες του μυαλού της πάλι δημιουργούσαν θέμα. Δεν μπορεί αυτοί βρικολάκιασαν και γυρνάνε το γραμμόφωνο! Ακούγεται το τραγούδι που γέλασε όταν άκουσε από τον Στέλιο « Αυτό θα ακούω όταν θα με εγκαταλείψεις». Ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις. Γεμάτα αγάπη στα κύματα, εκεί στη πηγή που ξεφύτρωνε ανάμεσα στο θαλασσινό νερό, αφήνοντας τη θειούχα μυρωδιά και μια ζεστασιά στο κορμί. Γύρισε προς το καφενεδάκι. Το τραγούδι ερχόταν από μέσα. 
Έφυγε αλλά υποσχέθηκε στον εαυτό της να τον έφερνε ξανά βόλτα σε αυτά τα μέρη. Ίσως να άκουγε πάλι εκείνο το τραγούδι που την έσερνε βίαια εικοσιπέντε χρόνια πίσω. Στα χρόνια της νιότης. 
Ηλιοβασίλεμα έφτασε στην παλιά αγορά. Τα χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς , στέκουν και την κοιτούν βλοσυρά. Ο καλπασμός αλόγου την αποσπά από τις σκέψεις της. Ο καβαλάρης του δεν της χαμογελά. Όλοι την κοιτούν σκυθρωποί. «Πώς τα κατάφερες έτσι Βασιλεία;» συνεχώς την ερωτούν. Και εκείνη απάντηση δεν έχει. Διακρίνει στις μετώπες τους άθλους του Ηρακλή, η ίδια ούτε ένα δεν κατάφερε. Μόνο συντρίμμια της ζωής μαζεύει. 
Περπάτησε και έφτασε πάλι στην αγαπημένη της γωνιά στους αέρηδες. Της άρεσε να κάθεται και να φαντάζεται τους ανεμοδείχτες να γυρίζουν τρελά από τον βοριά στον νοτιά, όπως οι ανεμοστρόβιλοι που κατέκλισαν νου και ψυχή. Οι δερβίσηδες την κοροϊδεύουν. Σιωπή. Νύχτωσε και εκείνη ακόμα εκεί. Το φεγγάρι δεν έχει δύναμη πια ούτε να κλάψει για εκείνη. 
Ένα τραγούδι την τραβά προς το καφενεδάκι. «Ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις». Σαν υπνωτισμένη προχωρά.
« Ένα ελληνικό καφέ» παραγγέλνει στον άντρα με την στραμμένη πλάτη. Εκείνη σκαλωμένη σε μια καρέκλα σε ένα καφενεδάκι, ενώ το μυαλό στο τελευταίο καλοκαίρι σε ένα ξύλινο δωμάτιο, ανάμεσα στο αμπέλι και τις ελιές, με τα κύματα όλη νύχτα να συνοδεύουν τον αγγελικό χορό της αγάπης δυο νέων.
«Ο καφές σας» ακούστηκε και ένα χαμόγελο της μπέρδευε την σκέψη. Έμοιαζε με εκείνο της νιότης της. Έμοιαζε με εκείνου. Η φαντασία της σκαρώνει πάλι παιχνίδια. Ο άντρας δισταχτικός μπροστά της. Την περιεργαζόταν. Τον κοιτούσε. Ανταπέδωσε το εγκάρδιο χαμόγελο χωρίς να ξέρει το γιατί. Ο Στέλιος όμως ήξερε « Το χαμόγελό σου έμεινε ίδιο» άκουσε να της λέει.
« Στέλιο;» κατάφερε μόνο να πει ύστερα από την ταραχή. 
«Σε περίμενα. Εικοσιπέντε χρόνια κάθε ηλιοβασίλεμα ανοίγω το γραμμόφωνο και ακούω ένα και μοναδικό δίσκο. θυμάσαι το γραμμόφωνο;»
«Θυμάμαι. Όλα τα θυμάμαι. Αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω». 
Μπροστά της σαν σχολιαρόπαιδο, όμως με την γνώση των χρόνων της απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη « Μπορείς όμως να πας μπροστά. Αν βέβαια θέλεις». 
« Στέλιο δεν είμαστε παιδιά πια».
«Δεν γερνά η ψυχή Βασιλεία, όπως δεν γερνά το χαμόγελο». 
«Θα μας φέρεται τον καφέ;» Βίαια διέκοψε μια φωνή το παραλήρημά τους. 
Η Βασιλεία άνοιξε την τσάντα της έβγαλε το κινητό της. Είχε πάει δέκα και μισή. Το Μαγικό ραδιόφωνο ήδη στον αέρα. Έβαλε τα ακουστικά. Έπεσε στο αγαπημένο της τραγούδι. «Αν μ’ αγαπάς θα κλέψω χρώμα της φωτιάς…….. και οι δυο μαζί να ζωγραφίσουμε ξανά την ζωή» Ο Στέλιος με τους καφέδες στο χέρι έδινε την παραγγελία στο διπλανό τραπέζι. Η Βασιλεία έβγαλε τα ακουστικά. Αφήνει το τραγούδι να ακουστεί δυνατά από το Μαγικό ραδιόφωνο. «Αν με αγαπάς θα κλέψω χρώμα της φωτιάς,…. ».
« Πάντα έκλεβα χρώμα για σένα Βασιλεία» έσκυψε να πει ο Στέλιος.
« Και ποτέ δεν το έβλεπα».
« Τώρα το βλέπεις;»
« Το βλέπω Στέλιο». 
Το φεγγάρι χαμογελούσε για πρώτη φορά μονάχα για εκείνους. 
Ο Στέλιος πήρε πινέλα και της ζωγράφισε την ζωή από την αρχή. Και εκείνη φόρεσε πάλι το κόκκινο κραγιόν. 
«Μαγικό ραδιόφωνο» ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή. Το τραγούδι σου, το τραγούδι μας η μεγαλύτερη παρέα. Μαγικό ραδιόφωνο».
« Μαγική ζωή» ψιθύρισε εκείνη.

Μαρία Χανιώτου 19 Μαΐου 2014

1 σχόλιο:

  1. Ομορφη η ιστορια σου Μαρια μου!Θα κανω ενα ομορφο ημερολογιο με ολες σου τις ιστοριες!θαχω να διαβαζω ξανα κ ξανα ο,ταν θα μεγαλωσω......Γ.Θ

    ΑπάντησηΔιαγραφή