technology

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Μαρία Χανιώτου: "Αχ!Και να ήσουν εδώ"



Αχ!Και να ήσουν εδώ 

(Διήγημα)

Το κρύο υποδέχτηκε την Ευρυδίκη στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης. 
Βγήκε πρώτη χωρίς να περιμένει βαλίτσα, μια και δεν είχε πάρει παρά μόνο την τσάντα στον ώμο της. Δεν ήθελε τίποτα μαζί της. Λησμόνησε πως η μνήμη δεν έχει βαλίτσα. Κατοικεί μέσα της και θα την κουβαλάει όπου κι αν κρυβόταν. 
Πατούσε στα χώματα της γιαγιάς της, σε ένα ταξίδι που δεν είχε κάνει ποτέ. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να πραγματοποιηθεί. Το ταξί που πήρε, διασχίζοντας την πόλη την έφερνε όλο και πιο κοντά στο σπίτι των προγόνων της. Κάπου εκεί θα είχε κάνει όνειρα η γιαγιά, σαν είχε ερωτευθεί παράφορα τον άντρα της και θα είχε ευχηθεί, όταν κλείσει τα μάτια της να θαφτεί στο ίδιο μνήμα με τον αγαπημένο της. 

Πλήρωσε και κατέβηκε. Περπάτησε αργά πάνω στην κρεμαστή γέφυρα. Ένας νεαρός έσερνε το δοξάρι του πάνω στο βιολί του και ο αμανές του για την χαμένη αγάπη του, έσπειρε ακόμα πιο πολύ την μελαγχολία μέσα της. Αγνόησε τα αυτοκίνητα που περνούσαν και χάθηκε η ματιά της στα σπίτια, στα πάρκα, στα τζαμιά. Ένα πλοιάριο είχε προσαράξει σε μια άκρη του Βοσπόρου, άψυχο με σπασμένα τα κατάρτια του, όπως και εκείνης ο έρωτας. 
Χτυπούσαν τα μηνίγγια της από τα λόγια της γιαγιάς «Να κάνεις παιδί μου πάντα αυτό που θέλεις. Με όποιο τίμημα Γιατί αν δεν το κάνεις θα μετανιώνεις μια ζωή».
Πραγματοποίησε αυτό που ήθελε. Να έρθει στις ρίζες της. Όμως όχι. Πρόδιδε την γιαγιά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε τελικά. Έκανε μόνο αυτό που την βόλευε. Λιποτάκτης ήταν. Έφευγε μακριά του να μην την βρει, να χαθούν τα ίχνη της. Άπλωσε το χέρι της στα γλαροπούλια, ένα το παρακάλεσε να τρέξει να του πάει μήνυμα. «Αχ! και να ήσουν εδώ».
Έμεινε ασάλευτη να αναλογίζεται «Πώς αλάργεψε το όνειρο»! Ανέσυρε τα τελευταία λόγια στην γραπτή επικοινωνία τους.
«Είσαι εγωιστής τελικά και οι εγωιστές δεν μου αρέσουν» έβαλε τελεία κλείνοντας τον υπολογιστή. 
«Είσαι ατίθαση» είχε πετάξει με νεύρο ο Ορέστης και προσγείωσε μια ξανάστροφη στα πλήκτρα του υπολογιστή. Αν την είχε μπροστά του θα την άρπαζε από τα μαλλιά. Καλύτερα που δεν ήταν. 
Ο καθένας έκανε τον δικό του νοερό μονόλογο.
«Γελάστηκες μικρή μου, αν νομίζεις πως θα σου στείλω άλλο μήνυμα» ο ένας.
«Είσαι μακριά νυχτωμένος αν σου πέρασε από το μυαλό πως θα κάνω την πρώτη κίνηση» η άλλη.
Θυμό ο Ορέστης, φούρκα η Ευρυδίκη. 
Τι με έπιασε τελικά και θύμωσα με ένα άγνωστο; Από πού και ως πού έχασα την ψυχραιμία μου με ένα ξένο; 

Άγνωστοι .....και ξένοι.... όσο και γνωστοί ο Ορέστης με την Ευρυδίκη. Το μόνο κοινό ένας υπολογιστής. Ένας υπολογιστής που τους ένωνε για μήνες τώρα. 
«Είναι σοβαρά πράγματα αυτά Ευρυδίκη»; Την μάλωνε η μητέρα της. «Έχεις πέντε χρόνια δεσμό με τον Μενέλαο και θα τον πετάξεις για ένα άγνωστο; Για ένα καπρίτσιο»; 
Καπρίτσιο; Τόλμησε, η μητέρα της και είπε καπρίτσιο; Και όλα εκείνα που έγραφαν θέλει να πει ήταν ένα ψέμα; Πού ήξερε και έλεγε; Ή μήπως ήξερε καλά σαν μεγαλύτερη!
«Άντε κορίτσι μου στον αρραβωνιαστικό σου και μη σκοτίζεις το μυαλουδάκι σου» επέμενε η μάνα, όμως βλέποντας το δάκρυ της κόρης έτοιμο να κυλήσει μαλάκωνε η καρδιά της και της άφηνε ένα χάδι στα μαλλιά λέγοντας με απορία « Μα γνωριμία με άντρα από ένα υπολογιστή»; 
«Έλα μαμά σταμάτα. Δεν είναι της γενιάς σου. Μιλάμε τόσο καιρό. Είναι σαν να τον ξέρω». Και συμπλήρωνε με πείσμα «Εσείς τους ξέρατε όταν σας φλερτάριζαν στο δρόμο; Ε! Αυτός είναι καινούργιος τρόπος γνωριμίας». 
«Έλα στα καλά σου κορίτσι μου».
Ριπές οι μνήμες την κατέκλυζαν................ 
Η Ευρυδίκη καιγόταν να στείλει στον Ορέστη ένα μήνυμα. Στεκόταν μπροστά στα πλήκτρα, άρχιζε να γράφει και μετά τα έσβηνε με μανία. 
Από την άλλη ο Ορέστης ....όλα κι όλα άντρας αυτός δεν επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει. « Θα σε κόψω στα δυο λεβέντη μου αν τολμήσεις και στείλεις πρώτος» υπενθύμιζε στον εαυτό του. Κι όμως...... σαν το ξωτικό στριφογύριζε στο κρεβάτι του καλώντας την να γινόταν να έρθει κοντά του. Χτυπούσε γροθιές σε ότι εύρισκε μπροστά του, ενώ η καρδιά του φώναζε « Αχ! Και να σε είχα εδώ»! 
Παραμιλούσε η Ευρυδίκη χιλιόμετρα μακριά. Έπεφτε, σηκωνόταν, έχανε τον λογαριασμό, ενώ με πόνο ξεφώνιζε. «Δεν μπορεί εγώ να ξενυχτάω και εσύ να κοιμάσαι! Ορέστη, Ορέστη με ακούς; Θέλω να σε δω. Να πάψεις πια να είσαι γραμμές στον υπολογιστή μου. Να σε αγγίξω, να πιω στάλα -στάλα το κορμί σου να με αρπάξεις λάβαρο ακριβό και να με χώσεις στα κατάβαθα της ψυχής σου. Εκεί να με κρύψεις, να με φυλακίσεις και να μη μπορεί να με βρει κανείς. Να είμαι μονάχα δική σου. «Αχ! Και να ήσουν εδώ».
Ο Ορέστης με ανοιχτό τον υπολογιστή μάταια περίμενε. Κοίταξε το άδειο του πακέτο. Έψαχνε για κάποιο ξεχασμένο τσιγάρο. Βγήκε να βρει ανοιχτό περίπτερο. Περπάτησε μέσα στη βροχή αφήνοντας τις στάλες να τον μουσκεύουν. Χάιδεψε μια σταγόνα και ψέλλισε. «Πόσο θα ήθελα σαν βροχή να κυλάω στο αίμα σου, να μεταλάβω την αγάπη από τα χείλη σου, να κρατήσω το κύμα μακριά που έσβησε από την άμμο το όνομα σου».

Η Ευρυδίκη τελικά δεν άντεξε την μουρμούρα της μητέρας της. «Φεύγω» είπε .
« Πρόσεχε καλά Ευρυδίκη » τόνισε εκείνη τις λέξεις. 

Τώρα μόνη πάνω στη γέφυρα του Βοσπόρου να κοιτάζει τους ερωτευμένους και να αναζητά τον Ορέστη. Η Ομίχλη πύκνωνε. Σύννεφα έφτιαχναν τη μορφή του. Έσφιξε το παλτό πάνω της. Μια αστραπή έσχισε τον ουρανό. Μέτρησε ένα- δύο -τρία και η βροντή φώναξε «Ορέστηηηη».
Άγγιξε το δάχτυλο με την βέρα. Την έβγαλε και διάβασε. «Αντρέας». Τα αστροπελέκια κονταροχτυπιόταν. Πόλεμο είχαν στήσει οι Τιτάνες ποιος θα κυριαρχήσει. Πόλεμος και για εκείνη. Σειόταν η ψυχή της. Μονολόγησε « Θα ήταν λάθος μου Αντρέα αν συνέχιζα μαζί σου. Άσχετο με ότι μου σπαράζει την καρδιά. Πάντως μαζί σου δεν μπορεί να στηθεί μια καινούργια ζωή. Δεν είσαι αυτός που θα μου κρατά το χέρι μια ζωή».
Έριξε μια στερνή ματιά στη βέρα, την κράτησε μετέωρη στο κενό και αποφασιστικά άνοιξε τα ακροδάχτυλα της. Χάθηκε στα νερά του Βοσπόρου, ενώ τα χείλη της συλλάβιζαν «Ορέστη». Παράπονο και κλάμα κουρέλιασε την καρδιά της. Θρήνησε για ένα έρωτα που γεννήθηκε, αλλά δεν είχε την τύχη να ζήσει. Έφτιαξε μια βαρκούλα με το εισιτήριό της, έβγαλε το κραγιόν της και έγραψε «Αν ήσουν εδώ» και την έριξε στα γαλανά νερά, να ταξιδεύει ολοένα, να του στέλνει την μιλιά της, να του σιγοτραγουδά.

Η βροχή δυνάμωνε. Δεν την ένοιαζε. Της κρατούσε συντροφιά. Τραγούδι της έστησαν να την παρηγορήσουν, να μην αισθάνεσαι τόσο μοναξιά. Νύχτωνε, τα φώτα της γέφυρας άναψαν και η πόλη στολίστηκε με λάμψεις. Με νωχελικά βήματα πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μόνη ....
Ξαφνικά..... δυνατά φρεναρίσματα, κορναρίσματα, φωνές, μια πόρτα να μένει ορθάνοιχτη, μια φιγούρα να πετιέται και να στέκεται μπροστά της. Πάνω που ήταν έτοιμη να βρίσει τον άγνωστο που προκαλούσε τόση φασαρία και της έκλεβε τις σκέψεις παρέμεινε να κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα. Ας ήταν αλήθεια ότι έβλεπε! Μπα! παιχνίδι της παίζει η φαντασία της. Όμως άκουσε ξεκάθαρα. «Ευρυδίκη»! 
«Ορέστη»!
Ο γητευτής στεκόταν μπροστά της. 
«Ήξερα πως θα σε βρω εδώ. Τόσες φορές μου έγραφες για το αγαπημένο μέρος της γιαγιάς σου. Ρισκάρισα».Αναμετρούσε την αντίδρασή της. Πλησίασε ακόμα πιο πολύ, μια ανάσα από τα χείλη της και συνέχισε «Κουράστηκα να σε αναζητώ. Κουράστηκα να σε ψάχνω στους στίχους των τραγουδιών, σε ένα άψυχο υπολογιστή. Ψυχή είχε μόνο γιατί έγραφες εσύ. Ήρθα. Κράτησέ με αν αυτό θες και εσύ». 
Η Ευρυδίκη τον κλείδωσε στην αγκαλιά της «Επιτέλους δεν θα ψιθυρίζω κάθε βράδυ «Αχ! Και να ήσουν εδώ».
Οι συμπληγάδες πέτρες έμειναν ακούνητες μπροστά σε αυτά τα δυο αγκαλιασμένα κλαράκια. 
Το ξημέρωμα τους αντάμωσε αγκαλιά, να χορεύουν πάνω στην φωτιά με τις φτερούγες του έρωτα. 

Μαρία Χανιώτου 2013