technology

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Μαρία Χανιώτου "Γράμμα στον Αη Βασίλη" Διήγημα

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΙ ΒΑΣΙΛΗ 
Ο αέρας λυσσομανούσε. Τα κλωνάρια έκαναν έρωτα τρελό, δάγκωναν το ένα το άλλο, χόρευαν ξέφρενα οι σμυρτιές, λύγιζαν ανυπεράσπιστα τα θαμνάκια, και το φεγγάρι ανάμεσα από τα φουριόζα σύννεφα, άφηνε τρομακτικά σχήματα στο πέρασμά του. Η φύση ολάκερη χτυπιόταν. Και η ψυχή της Κωνσταντίνας χτυπιόταν, άλλοτε στις ξερολιθιές, άλλοτε στα χώματα, μα πάλι έβρισκε τον δρόμο να γυρίσει μέσα της. Σταμάτησε πριν την μεγάλη ανηφόρα και την κοίταξε. Ήξερε καλά εδώ και έξι μήνες, πως πριν αρχίσει την ανάβαση, θα στεκόταν να πάρει βαθιά ανάσα, δύναμη να βρει, να σκαρφαλώσει. Η τσάντα της αφημένη στον ώμο, πηγαινοερχόταν αριστερά δεξιά, τα χέρια ακυβέρνητα, κρεμόταν σαν σπασμένα κουπιά πλάι στο κορμί της, τα βήματα γρατζούνιζαν τις πέτρες. Και όλο ανέβαινε. Αναζήτησε το ηλιόγερμα του καλοκαιριού, που την συναντούσε σε τούτη ακριβώς την ανηφοριά γύρω στις οκτώ, της χάριζε χρώματα του δειλινού με την αύρα της θάλασσας αρωγός στο περπάτημά της. Τώρα καταχείμωνο, πίσσα, και ο αγέρας να αγριεύει, κοντράροντας στα συρματόσχοινα να φέρνει απόκοσμες στριγγλιές. 
Επιτέλους έφτασε στο ίσιωμα. Άνοιξε με το κλειδί του διαμερίσματος, που της είχε παραχωρήσει ο ιδιοκτήτης, όταν άρχισε δουλειά στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο. 
Άναψε ένα κερί. Δεν ήθελε φως τούτο το βράδυ. Ξημέρωνε πρωτοχρονιά. Όσο κι αν προσπαθούσε να μην είναι μελαγχολική, γιατί έτσι θα ήταν όλο τον χρόνο, δεν κατάφερε, να αλλάξει διάθεση. «Δεισιδαιμονίες» μουρμούρισε και άνοιξε το παράθυρο, να μπει ο ήχος της φουρτούνας, να την αγκαλιάσει. Έμεινε αγέρωχη σαν βράχος, να την γλυκοφιλά η μανία της ανταριασμένης θάλασσας. Όρμησε ο αέρας και έσβησε το κερί. Σκοτάδι. Σκοτάδι και στη ψυχή. « Κρίμα δεν ήταν φως ανέσπερο!» 
«Αστεία που τα λες Κωνσταντίνα! Αλήθεια πιστεύεις, πως υπάρχει άσβηστο φως, να το κρατά κάποιος στα μάτια για σένα;» κατέληξε με πόνο. Με μιας δάγκωσε τον πόνο και τον πέθανε. 
Παρέμεινε στο άνοιγμα του παραθύρου και ένωσε την φωνή της, με την φίλη της τη θάλασσα. Της έφερε μνήμες. Την έτρεξε να γίνει παιδί μπροστά στο πατρικό παραθύρι, φανερώνοντας την μανούλα και τον πατερούλη της να φωνάζουν «Στο καλό Αγιο Βασίλη, στο καλό». Έπειτα να κλείνουν γρήγορα τις κουρτίνες και να της δίνουν τα δώρα της, αυτά ....που μόλις είχε αφήσει ο Άγιος Βασίλης. 
Και η θύμηση ξεμάκρυνε. Τώρα μόνη μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, να φωνάζει η ίδια «Πού είσαι Άγιο Βασίλη; Ακόμα δεν σε έχω δει. Σε περιμένω και ας μην είμαι πια παιδί».Αλάτι στη πληγή οι λέξεις. 
Η ψυχή της πετάρισε. Έπιασε να γράψει ένα γράμμα σε αυτόν τον Άγιο. Μα τι να του ζητήσει! Ήταν τόσο πολλά αυτά που αναζητούσε η ψυχή της. Η σκέψη της τραβήχτηκε στους φίλους. Πού πήγαν όλοι! Πικρά χαμογέλασε στην ευχή ενός φίλου. «Πάντα να οδηγείσαι σε μονοπάτια ευτυχίας και επιτυχίας».
Ξεκίνησε να γράφει .... «Να φανερωθούν οι φίλοι».
Προχώρησε στην επόμενη. «Να είναι ευτυχισμένα όλα τα παιδάκια». Ξαφνικά προβληματίστηκε. Μήπως έπρεπε να γράψει μονάχα μια ευχή;
Και αν ναι, ποια να διαλέξει; Θα συνέχιζε και εκείνος ήταν Άγιος. Για τους ανήμπορους, τους γέροντες, όλους μα όλους μια ευχή. 
Η καρδιά της παράπονο ξεκίνησε. Και τότε την άκουσε. Έγειρε στο χαρτί και σημείωσε μονάχα μια λέξη ΑΓΑΠΗ.
Αυτή που ανοίγει φτερούγες να σκεπαστείς, θέλει να σε βλέπει πάντα να χαμογελάς, σου σκουπίζει το δάκρυ, και σου ψιθυρίζει «Εγώ είμαι εδώ, με λένε η αγάπη». 
Ο αέρας βούτηξε το χαρτάκι από τα χέρια της, το στροβίλισε λίγο και χάθηκε στη νυχτιά. Κρυφά στα σκοτεινά, έκανε μια τελευταία ευχή « Ας έβρισκε το δρόμο η Αγάπη». 
Και τότε οι δρόμοι, η φουρτούνα, η νύχτα όλα θα ήταν δικά της. 

Μαρία Χανιώτου 31-12-2013