technology

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΧΑΝΙΩΤΟΥ : "Μάτια που κλαίνε"


Ενα μικρό διήγημα απο την εξαίρετη συγγραφέα του μυθιστορήματος "ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ" και ηθοποιό μέλος της ομάδας "MORALIS PRINCIPIA" και πρωταγωνίστριας στο θεατρικό έργου του Γιωργου Αθανασιάδη "30 αμερικάνικα δολάρια" . Μια συγγραφέας , ένα πολύπλευρο ταλέντο!




Μάτια που κλαίνε

«Με ζάλισες το ξέρεις; Πήγαινε έξω να μιλάς στα πεύκα, εγώ φεύγω». Της φώναξε και έκλεισε την πόρτα πίσω του με βία. 
Η Αγγέλα έμεινε ασάλευτη. Αυτός ήταν λοιπόν ο άντρας που ερωτεύτηκε τρελά! Για αυτόν εγκατέλειψε τις σπουδές της! Κακό όνειρο θα ήταν δεν μπορεί!
Από τις σκέψεις της την συνέφερε το κλάμα της κόρης της. Όσο δεν την σήκωνε από την κούνια, τόσο δυνάμωνε το κλάμα της. H μικρή απαιτούσε, ο άντρας της απαιτούσε, όλοι απαιτούσαν.
Σήκωσε το μωρό να ησυχάσει. Έπρεπε να πάρει αποφάσεις. Η ζωή και αυτή απαιτεί με τον δικό της τρόπο, αλλά τούτη είναι που κινεί τα νήματα του βίου του καθένα. Δεν γινόταν να παρέμενε ατάραχη στις ανακοινώσεις του άντρα της.
« Θα φύγω με τα καράβια» της είχε αναγγείλει κοφτά. Ούτε καν να την ρωτήσει, ούτε καν να δει στο βλέμμα του την πίκρα για την απόφασή του που θα άφηνε γυναίκα και παιδί πίσω. Απεναντίας δεν ήθελε καμιά κουβέντα. «Μη τον ζαλίζω» είπε. Χαμογέλασε πικρά. Αποφάσισε να βγει να πει τον πόνο της στα πεύκα και να τον διαγράψει. 

Περνούσαν τα χρόνια και το μωρό της μεταμορφωνόταν σε πανέμορφο κοριτσάκι. Εθνική εορτή με την φουστίτσα της να λέει το ποίημα και εκείνη να την χειροκροτεί βουρκωμένη. Έκρυψε καλά τα δάκρυά της, δεν έκανε όμως το ίδιο και η Ελενίτσα όταν κατέβηκε από το βάθρο. Ανάμεσα στους λυγμούς της ξέσπασε «Μαμά γιατί εγώ δεν έχω μπαμπά; Ζηλεύω την Φανή, ζηλεύω όλα τα παιδάκια που έρχονται οι μπαμπάδες τους». Καταπέλτης η Ελενίτσα. Τα λόγια της την πίκραιναν, όμως τα δακρυσμένα μάτια της, ήταν που έμπηγαν λεπίδι στα σωθικά. Ορκίστηκε πως μόνο αυτά τα δάκρυα θα πίστευε και θα φρόντιζε να τα στεγνώσει. 
Πλέον το κοριτσάκι της διεκδικούσε. Ένα πατέρα ήθελε όπως όλα τα παιδιά. 

Ο Πάνος ο γείτονας διεκδικούσε και εκείνος. Ομολογούσε βέβαια πως ήταν η πιο γλυκιά απαίτηση, όταν της ζητούσε να τον παντρευτεί, να έχει πατέρα το παιδί της. 
«Δεν σε καταλαβαίνω Αγγέλα» κατέληγε κάθε φορά που του αρνιόταν. 
«Θέλεις να φύγουμε να πάμε στη Αγγλία; Εκεί έχω συγγενείς να φτιάξουμε από την αρχή την ζωή μας».
« Ευχαριστώ Πάνο. Δεν μπορώ να φύγω από τον τόπο μου».
« Τον αγαπάς. Τον περιμένεις»;
« Όχι» .
«Τότε γιατί»;
« Γιατί έχω ένα παιδί και δεν είναι δικό σου. Κάποια στιγμή θα μου το χτυπήσεις και τότε θα πληγωθώ».
« Τώρα πληγώνεις εμένα. Δεν έχεις καταλάβει τις προθέσεις μου, ούτε τα αισθήματά μου». Και δυο μάτια λαμπύριζαν με έτοιμο το δάκρυ να ξεφύγει. Δυο λεβέντικα δάκρυα που αγνόησε.

Πέρασαν χρόνια και η Αγγέλα συνέχιζε την μοναχική ζωή της. Η κόρη της ήταν όλος ο κόσμος της. Κάθε βράδυ την έκλεινε σε μια ζεστή αγκαλιά και της τραγουδούσε. «Αν με αγαπάς θα κλέψω χρώμα της φωτιάς, λευκό πανί και οι δυο μαζί να ζωγραφίσουμε ξανά την ζωή» και ζωγράφιζαν με χρώμα της αγάπης τους τη ζωή. Η κόρη ακτινοβολούσε βλέποντας την απέραντη και ανιδιοτελή αγάπη της μάνας. Η Αγγέλα τραγουδούσε με βαθιά μελαγχολική φωνή. Θα ήθελε να το τραγουδά για εκείνον. Θα έλιωνε αν το άκουγε από εκείνον. Την πρώτη της αγάπη, τον πατέρα του παιδιού της. Ο Αλέξανδρος άραγε πού να βρίσκεται! Συχνά αναρωτιόταν.
Και άκουγαν τα πεύκα όχι πλέον τον πόνο της, αλλά το τραγούδι της αγάπης για την κόρη της και μόνο για εκείνη.

«Μαμά –μαμά το ουράνιο τόξο» αναφώνησε η Ελένη. Δώδεκα χρονών και ακόμα όταν έβγαινε στον ουρανό μετά από βροχή, την παρακαλούσε να πάνε έξω να το θαυμάσουν. 
«Πάμε στο πάρκο μαμά» και την τραβούσε από το χέρι. Συνέχιζαν το παιχνίδι με τους δικούς τους κωδικούς λες και ήταν το κοριτσάκι με τις φραντζούλες που της μάθαινε τα χρώματα καθώς σήκωναν το κεφάλι προς τις ακτίνες του ήλιου. «Κόκκινο σαν την αγάπη μου παντοτινή, κίτρινο σαν την μαργαρίτα, πράσινο σαν τα πεύκα, μπλε σαν την θάλασσα, βιολετί όπως η βιολέτα». Η Αγγέλα ξεκίνησε το τραγούδι τους και η τούτη τη φορά σιγομουρμούριζε και η Ελένη . «Αν με αγαπάς δεν θα’ χει γκρίζο πουθενά να κοιτάς, θα με κρατάς και σε λιμάνια γιορτινά θα με πας. 
«Μαμά θα κλέψω χρώμα της φωτιάς για σένα»είπε με ξαναμμένη φωνή.
« Καλό μου εσύ. Για μένα ο κόσμος είσαι εσύ, μόνο εσύ»απάντησε η Αγγέλα σφίγγοντας την κόρη της στον κόρφο της.
Και τότε τον είδε πίσω από το μεγάλο πεύκο. Βγήκε. Την πλησίαζε. Η παρουσία του την καψάλισε.
« Αγγέλα» ψιθύρισε.
Τον εξέταζε. Πανέμορφος. Θεέ μου ακόμα ήταν πανέμορφος. Δεν μιλούσε κανείς. Η Ελένη αναζήτησε την ασφάλεια στην χούφτα της μαμάς της. Ο άγνωστος που στεκόταν δίπλα τους την διαπέρασε με κάτι ανεξήγητα σκοτεινό. Τρία ζευγάρια μάτια αλληλοκοιτάχτηκαν. Τι μαρτύρησαν σε εκείνο το βλέμμα! Πίκρα της Αγγέλας. Μετάνιωμα του Αλέξανδρου. Θυμό της Ελένης. 
«Μη με διώξεις. Ξέρεις πόσες φορές έχω στηθεί έξω από το σπίτι»! 
«Και γιατί δεν χτυπούσες»; 
«Δεν είχα το θάρρος».
« Τώρα πώς το βρήκες»;
« Δεν άντεξα να μη σας μιλήσω».
Η καρδιά της σπαρταρούσε. Η καρδιά της ξεφώνιζε. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του, να τον γεμίσει φιλιά. Η Ελένη την στόχευε με μάτια γυάλινες μπάλες.. Περίμενε την επόμενη κίνησή της. Η Αγγέλα το ίδιο. Περίμενε. Πόσα χρόνια περίμενε! Εκεί στο ίδιο πεύκο που άκουγε τα βογγητά ενός πληγωμένου αγριμιού, στο ίδιο πεύκο ο Αλέξανδρος έσκυψε το κεφάλι και με θολά μάτια από δάκρυα ψέλλισε «Συχώρα με» και μετά από μεγάλη σιωπή συμπλήρωσε «Αν μπορείς». 
«Δεν μπορώ» ψέλλισε η Αγγέλα.
Τα δάκρυά του έγιναν χείμαρρος, κατρακυλούσαν δρασκελίζοντας τα μάγουλα, έπεφταν στο λακκάκι του λαιμού του, αυτό που λάτρεψε. Αυτό που είχε γλυκοφιλήσει τόσες φορές.
Το προφητικό τραγούδι που της έβαζε, τώρα έγινε θηλιά και τον έπνιξε.

«Μάτια που κλαίνε μη τα πιστεύεις, είναι επικίνδυνα να τα αγαπάς, θα σε γελάσουνε αν τα λατρεύεις, θα σε πληγώσουνε και θα πονάς». Άρπαξε σφιχτά το χέρι της κόρης της και έφυγε. Γύρισε το κεφάλι μόνο να πει «Άργησες».
Η ψυχή της ξεσκίστηκε. Η ψυχή της παραδόθηκε. «Τέλος» έγραψε. Τα πεύκα μονάχα θα συνεχίσουν να ακούνε τον κλάμα της. Ποτέ κανείς άλλος. Αυτά την πίστεψαν, εκείνη ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΊΣΤΕΨΕ. 

Μαρία Χανιώτου 2013