technology

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ



Γράφει η Ελένη Παπαφιλίππου 

Ανοίγω τον «Κήρυκα» και πέφτω στις αγγελίες κηδειών. Φωτεινή Χ… ετών 72 από Μονόβρυση Σερρών, Χρήστου Κ… ετών 83 από Μοναστηράκι Κεφαλονιάς, Αιμιλίας Μ… ετών 65 από Κοζάνη. Μετά, διαβάζω Αθανάσιου Κ… ετών 86 από Διακοφτό κι ο νους μου πάει σε σένα, παππού. 

Παναγιώτη Μ… ετών 83 από Δερβένι Κορινθίας. 

Αχ, βρε παππού… Στα 42 σου ξεκίνησες απ’ το χωριό να πας σε μια χώρα μακρινή, πέρα απ’ τη θάλασσα, που τη λέγανε Αυστραλία. Ούτε ήξερες που πήγαινες με τέσσερα παιδιά, πώς θα τα ’βγαζες πέρα, τι θα ’βρισκες μπροστά σου. Τη γλώσσα δεν την ήξερες, και τον πρώτο χρόνο πέρασες ένα σκοινί σ’ ένα δέντρο στο Alexandria Park να κρεμαστείς γιατί δεν έβρισκες δουλειά. Ευτυχώς, σε είδε μια γειτόνισσα, το είπε στην γιαγιά μου και σας πήρε σπίτι της μέχρι να βρεις δουλειά, να σταθείτε στα πόδια σας. 

Αργότερα, φτιάξανε τα πράγματα. Εσύ πήγαινες στο εργοστάσιο της IXL που έφτιαχνε μαρμελάδες και η γιαγιά έπιασε δουλειά στο Spurway με τα λάστιχα. Ποτέ δεν σου άρεσε όμως η Αυστραλία. Το ’λεγες πως είχες έρθει μόνο και μόνο για να δώσεις ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά σου και τίποτ’ άλλο. Το μυαλό σου ήταν πάντα στην Ελλάδα… 

Πόσο ήσουν όταν έφαγες ξύλο απ’ τον αγροφύλακα του χωριού; Είκοσι; Είκοσι πέντε; Καθόσουν στο καφενείο όταν εκείνος σε πλησίασε καχύποπτος. 

«Τι κάνεις εδώ, Πάνο;» 

«Πίνω καφέ» του απάντησες. 

«Γιατί;» σε ξαναρώτησε. 

«Γιατί δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω» είπες με αφέλεια και τότε έφαγες την πρώτη κλωτσιά που σε δίπλωσε στα δύο. 

Μίλησες εναντίον του καθεστώτος, βλέπεις. Τόλμησες να υπονοήσεις πως η κυβέρνηση δεν έχει να σου δώσει δουλειά, άρα ήσουν κομμουνιστής. Να και η δεύτερη κλωτσιά και κανείς απ’ τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου να μην μιλάει. Να γυρίζουν το κεφάλι αλλού, κανείς να μη σε βοηθάει από φόβο και δειλία απέναντι στο όργανο της τάξης. Από τότε μίσησες την Δεξιά κι ορκίστηκες να φύγεις κάποτε. Ήταν και τ’ αδέρφια σου πολλά, λίγα τα πατρικά χωράφια, πώς να ζήσεις; 

«Καλό τους κάνω που φεύγω…» σκέφτηκες. 

Τώρα τελευταία, η γιαγιά μού είπε κάτι που δεν ήξερα. Πήγαινες, λέει, στο εργοστάσιο της IXL στηριζόμενος σε δυο μαγκούρες που τις έκρυβες πριν αρχίσεις την βάρδια σου. Φοβόσουν μη σε πάρει χαμπάρι ο εργοδηγός και σε καρφώσει για ανίκανο. Άντεξες όμως, και το κρυφτούλι με τον εργοδηγό κράτησε για δεκάξι ολόκληρα χρόνια. Σε υποψιαζόταν, λέει, αλλά εσύ άλλαζες συνέχεια την κρυψώνα σου κι έτσι δεν σ’ έπιασε ποτέ. 

Δεύτερη πατρίδα σου δεν έγινε ποτέ η Αυστραλία, το ξέρω. Ήταν κι εκείνη η φορά που σ’ έπιασε η μέση σου και δεν μπορούσες να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι. Ο Αυστραλός γιατρός σου είπε πως είσαι μια χαρά, τίποτα δεν έχεις. Κι εσύ να τραβάς με αγωνία τον θείο μου απ’ το μανίκι και να λες: «Πες του πως δεν μπορώ..! Ένα χαρτί να δώσει..! Να μη χάσω τη δουλειά μου..!» Κι ο Αυστραλός απάντησε πως είσαι σαν τα σκουπίδια και πως η αυστραλιανή κυβέρνηση θέλει την πρασινάδα που βγαίνει απ’ αυτά τα σκουπίδια, δηλαδή τα παιδιά σου. Σου στοίχισε αυτή η κουβέντα… Κανείς δεν σε είχε πει σκουπίδι ως τότε. Ούτε καν εκείνος ο αγροφύλακας. Το άντεξες όμως κι αυτό... Δαγκώθηκες, έσκυψες το κεφάλι στον ρατσισμό και την αδικία ώσπου πάντρεψες τα παιδιά σου και γύρισες επιτέλους στην Ελλάδα. Μαζί με σένα γύρισε και η μια σου κόρη, η μάνα μου. 

Αχ, βρε παππού… Θυμάσαι τα καλοκαίρια όταν κατέβαινα στο Δερβένι απ’ την Αθήνα και μου ’λεγες ιστορίες κάτω απ’ τ’ αστέρια; Κορόιδευες πως όλοι οι Αυστραλοί ονομάζονται «Τζιφ-Τζεφ Σμιθ». Έλεγες πως δεν φοράνε σώβρακο κι απόδειξη μια φορά που ένας εργάτης άλλαξε την φόρμα του μπροστά σου και τον είδες τσίτσιδο όπως τον γέννησε η μάνα του. Μετά έλεγες για τα πουλιά στους δρόμους, άγρια καναρίνια και παπαγαλάκια που τα μάζευαν οι Έλληνες και οι Ιταλοί και τα έκλειναν σε κλουβιά. Στο τέλος, κούναγες το κεφάλι και δάκρυζες. 

«Ευτυχώς που βρέθηκε η Αυστραλία και φάγαμε ψωμί..» μουρμούριζες. 

Ναι, δεν την αγάπησες την Αυστραλία, αλλά την σεβάστηκες για το μέλλον που υποσχόταν στα παιδιά σου. Κρυφοκαμάρωνες και για τον τίτλο που σου έδωσαν όταν επέστρεψες στο χωριό. «Να, περνάει ο Αυστραλός» έλεγαν όποτε περνούσες με το μηχανάκι για να πας στο περιβόλι. Τ’ άκουγες και η λέξη «σκουπίδι» περιέργως σβηνόταν απ’ την μνήμη σου. 

Εκείνο το περιβόλι πουλήθηκε αμέσως όταν πέθανες. Ξεριζώθηκαν όλες οι ελιές, οι βυσσινιές και οι δαμασκηνιές που είχες φυτέψει με τα χέρια σου. Κι εκείνη η καρυδιά η θεόρατη που τρώγαμε τ’ άγουρα καρύδια πλάι στο ρέμα, πάει κι αυτή. Πέρασε η μπουλντόζα από πάνω της κι ο ιδρώτας που έριξες σ’ εκείνα τα χώματα εξανεμίστηκε μέσα σε δέκα λεπτά, μα όχι και οι αναμνήσεις που έχω απ’ αυτό. Όπως μπόλιαζες τα δέντρα στο περιβόλι, έτσι με μπόλιαζες κι εμένα με την αγάπη σου για την Ελλάδα. 

Τώρα βρίσκομαι κι εγώ εδώ, στην Αυστραλία. Στα 42 μου βρέθηκα στην ίδια ακριβώς θέση με σένα, να φοβάμαι για το μέλλον των παιδιών μου στην Ελλάδα… Χάρη σε σένα όμως ήρθα με Αυστραλιανό διαβατήριο, το ίδιο και τα παιδιά μου. Δεν χρειάζεται ούτε μαγκούρες να κρύψω ούτε προσβολές ν’ ανεχτώ. Η πρασινάδα που έλεγε ο Αυστραλός γιατρός όντως άνθισε, παππού, και μαζί της κι ο Ελληνισμός σ’ αυτήν την μακρινή χώρα. Και τώρα καλώς ή κακώς ο Ελληνισμός αυτός μπολιάζεται ξανά απ’ την αρχή… 

Γρηγορίου Κ… ετών 95 από Χύδρα, Μυτιλήνης, Νικολάου Γ… ετών 81 από Χανιά Κρήτης, Κωνσταντίνου Κ… ετών 82 από Καστράκι Αρκαδίας… Άνθρωποι φτωχοί κι αγράμματοι σαν τον παππού μου. Άντεξαν, ανέχτηκαν, πάλεψαν και στην πορεία έγιναν ήρωες που άπλωσαν και τέντωσαν την Ελλάδα μας σε κάθε γωνιά της γης σχηματίζοντας την Ελληνική Διασπορά. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει.